Αγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων - Περί του Μυστηρίου της Ενσαρκώσεως του Κυρίου
Home Page

On Line Library of the Church of Greece


Αγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων

Περί του Μυστηρίου της Ενσαρκώσεως του Κυρίου

Εισαγωγή - μετάφραση από τα λατινικά: Γιώργος Βαλσάμης

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ - TO READ POLYTONIC GREEK 

Εσαγωγή

 

Κεφάλαια: Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι

 

 

Κεφ. Α (1-5):
῾Η πρὸς τὸν Κάιν ἐτυμηγορία τοῦ Θεοῦ. 

Ἠθικὰ πορίσματα ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Κάιν καὶ τοῦ  Ἄβελ: ἡ γνήσια θυσία στὸν Θεὸ εἶναι πνευματικὴ καὶ προϋποθέτει ἀληθινὴ πίστη. Πρώτη ἀναφορὰ στὸν Χριστό: εἶναι ὁ πρωτότοκος, εἶναι ἡ ἀληθινὴ θυσία στὸν Θεὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἐμεῖς. ῾Η πίστη αὐτὴ ὁρίζει τὸν χῶρο τῆς  Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς πίστεως καὶ τῆς  Ἐκκλησίας λαοὶ θὰ ἀκούσουν τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση ποὺ ἀπηγγέλθη στὸν Κάιν. 

 

Κεφ. Β  (6-13):
῾Η πρὸς τὸν Κάιν ἐτυμηγορία ἀφορᾶ ὅλες τὶς αἱρέσεις. 

Ἀπαριθμοῦνται οἱ κύριες δοξασίες ποὺ θὰ καταδικασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀπόφαση ποὺ ἀπηγγέλθη στὸν Κάιν. ῾Η ἀπόφαση αὐτὴ ἐν τέλει ἀφορᾶ σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις, ποὺ διασποῦν τὴν  Ἐκκλησία καὶ ποὺ ἀρνοῦνται τὴν πλήρη θεότητα στὸν Υἱὸ ἢ τὸ Πνεῦμα καθὼς καὶ τὴν πλήρη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρέσεις δὲν διακρίνουν τὸν λόγο τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν ὑπερβατικὸ λόγο τοῦ ἀκτίστου. 

 

Κεφ. Γ  (14-22):
Ὁ  Ἰωάννης μαρτυρεῖ γιὰ τὴν πλήρη θεότητα τοῦ Υἱοῦ Λόγου. 

Ἀναφορὰ στὸν  Ἰωάννη ( Ἰω. 1.1).  Ὁ θεὸς Λόγος δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὸν δικό μας σωματικὸ λόγο. Εἶναι κατὰ φύσιν ἀκατάληπτος καὶ ἀποκαλύπτεται, ὅπως καὶ τὸ Πνεῦμα, προσλαμβάνοντας σωματικὸ εἶδος. 

 

Κεφ. Δ  (23-33):
Συνέχεια τοῦ προηγουμένου. ῾Η μαρτυρία τοῦ Πέτρου. 

 

Κεφ. Ε  (34-45):
Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. 

῾Η πίστη τοῦ Πέτρου στὴ θεανθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς  Ἐκκλησίας. Τὸ πάθος ἀποδεικνύει τὴ γνησιότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλὰ ἀναφέρεται στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.  Ὁ Χριστὸς ὡς σοφία καὶ δύναμις τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ἀκατάληπτος. 

 

Κεφ. ΣΤ  (46-61):
Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. 

Ἀληθινὸς καὶ πλήρης Θεὸς - ἀληθινὸς καὶ πλήρης ἄνθρωπος, ἀσυγχύτως καὶ ἀχωρίστως. 

 

Κεφ. Ζ  (62-78):
Ὁ Χριστὸς καθ᾽ ὑπόστασιν προσέλαβε ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. 

῾Η πρόσληψη ἀληθινῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν συνεπάγεται τροπὴ τῆς θείας φύσεως. Γραφικὲς μαρτυρίες γιὰ τὴν πρόσληψη ἀνθρώπινης ψυχῆς ἀπὸ τὸν Χριστό. Διάκριση οὐσίας καὶ ὑπόστασης: ἡ Τριάδα εἶναι ἕνα κατὰ τὴ θεότητα, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας κατὰ τὴν ὑπόσταση χωρὶς νὰ συγχέονται οἱ δύο φύσεις του. 

 

Κεφ. Η  (79-88):
Ὁ ὄρος «ἀγέννητος» καὶ ἡ σχέση του πρὸς τὴ θεία φύση. 

Ἐδῶ θὰ τελείωνε κανονικὰ ἡ πραγματεία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσει στὴν κατηγορία, ὅτι ἀπέφυγε νὰ θίξει τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως γεννητοῦ καὶ ἀγεννήτου καὶ ὅτι χρησιμοποίησε γιὰ τὸν Θεὸ τὴν ἄγραφη λέξη οὐσία.  Ὁ ἅγ.  Ἀμβρόσιος ἀπαντᾶ, πὼς ἡ λέξη ἀγέννητος εἶναι ἄγραφη ἐνῶ πολλὰ γραφικὰ χωρία ἀναφέρονται σὲ θεία φύση.  Ὁ Θεὸς εἶναι ἀληθινὸς ἐπειδὴ εἶναι φύσει Θεός. 

 

Κεφ. Θ  (89-105):
Οἱ ὅροι «γεννητὸς» καὶ «ἀγέννητος». Διάκριση οὐσίας/γένους καὶ ποιότητας/εἴδους. 

Ἐπίκριση τῆς χρήσης τῆς διαλεκτικῆς στὰ ζητήματα τῆς πίστεως. ῾Η λέξη ἀγέννητος εἶναι ἄγραφη καὶ χωρὶς αὐτὴν οἱ αἱρετικοὶ δὲν θὰ εἶχαν πῶς νὰ θεμελιώσουν τὴν πρότασή τους.  Ὁ Υἱὸς λέγεται γεννητὸς ἀλλὰ ὁ Πατὴρ δὲν λέγεται ἀγέννητος. Καμμιὰ ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦμε δὲν ταιριάζει στὸν Θεό.  Ὁ Πατὴρ ὡς αἰτία τοῦ Υἱοῦ. Διάκριση ποιότητας καὶ οὐσίας. ῾Η πρώτη φανερώνει τρόπους καὶ ποικίλλει, ἡ δεύτερη εἶναι ἁπλὴ καὶ ἄτρεπτη. Στὴ θεότητα ὑπάρχει διαφορὰ εἴδους ὄχι γένους. Καὶ τὰ κτίσματα ἀνήκουν στὸ ἴδιο γένος, ἂν καὶ δημιουργήθηκαν μὲ διάφορους τρόπους. 

 

Κεφ. Ι  (106-116):
Οἱ ἔννοιες τῆς εἰκόνος καὶ τῆς ὁμοιότητος προϋποθέτουν τὴν κοινὴ καὶ ἄκτιστη φύση τῶν προσώπων τῆς ἁγ. Τριάδος. 

῾Η ὁμοιότητα εἶναι πραγματικὴ μόνο ἂν εἶναι ὁμοιότητα οὐσίας. Τὰ πρόσωπα τῆς Τριάδος εἶναι ὅμοια μεταξύ τους ὡς ἄκτιστα καὶ ἄτρεπτα. Ὁ Υἱὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατρὸς καὶ τίποτα στὴν εἰκόνα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερο τοῦ εἰκονιζομένου.  Ὁ Υἱὸς ὅπως καὶ τὸ ἅγ. Πνεῦμα εἶναι παντοδύναμος. 

 

 

 

῾Η μετάφραση αὐτὴ προσπαθεῖ, χωρὶς νὰ γίνεται δυσνόητη, νὰ ἀκολουθεῖ τὴ μορφολογία τοῦ πρωτοτύπου, ἔτσι ὥστε νὰ προσέχουμε, ὅσο εἶναι δυνατό, καὶ τὴ γραμματολογικὴ δομὴ τῆς λατινικῆς σκέψης. 

Μία ἐπισήμανση θεωρῶ ἐδῶ τελείως ἀπαραίτητη· ὅπου ἐμφανίζεται ὁ ὅρος ὑπόσταση ἀποτελεῖ μετάφραση τοῦ λατινικοῦ substantia, ἀλλὰ πρέπει συνεχῶς νὰ θυμόμαστε, πὼς ὁ ἅγιος  Ἀμβρόσιος διὰ τῆς substantia ἀποδίδει τὴν ἑλληνικὴ οὐσία. Δὲν ἄλλαξα τὴν ὁρολογία του στὸ κρίσιμο αὐτὸ σημεῖο καὶ γιὰ ἕνα ἐπιπλέον λόγο: ὁ ἅγ.  Ἀμβρόσιος εἶναι ἐνήμερος τοῦ ἑλληνικοῦ ὅρου "οὐσία" καὶ μάλιστα συγκρίνει τὴν substantia μὲ τὴν ἑλληνικὴ οὐσία· βλ. Περί ενσαρκώσεως παρ. 100 καί 111.  Ὅ,τι μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς ὀρθόδοξης τριαδολογίας ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζουμε στὰ ἑλληνικὰ ὡς ὑπόσταση, ὁ ἅγ.Ἀμβρόσιος ἀποδίδει διὰ τῶν ὅρων πρόσωπο, ποιότητα καὶ εἶδος (persona, qualitas, species), τῆς ποιότητος κυρίως νοουμένης ὡς ὑποστατικῆς διαφορᾶς. Τὴν οὐσία ἀποδίδει διὰ τοῦ ὅρου τῆς ὑποστάσεως καὶ ὁ Μ.  Ἀθανάσιος, τὸν ὁποῖο πιθανῶς ἀκολουθεῖ ὁ ἅγ.  Ἀμβρόσιος.

 

Εισαγωγή  /  Πρώτο κεφάλαιο

 

 

MYRIOBIBLOS HOME  |  TOP OF PAGE