image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


Κατεβάστε πολυτονικό αν δεν έχετε ήδη


Εἰκόνα : έργο του
Κώστα Τσόκλη

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ




ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ - Κριτικές


Προηγούμενη Σελίδα


Μαρία Τσάτσου

Στ’ άπατα του χαρτιού

Από «ΑΝΤΙ» χ.χ..


Δημήτρης Κοσμόπουλος, Λατομείο, Εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002, σ. 105.

«Στ' άπατα του χαρτιού» λοιπόν, όπου οι λέξεις δραπετεύουνε σα φίδια, μας οδηγεί η ποίηση του Δημήτρη Κοσμόπουλου. Με αρρενωπή μάνητα ο ποιητής κατεβαίνει, και κατεβαίνει, στ' άπατα του χαρτιού, κυνηγάει τη λέξη, στύβει την πέτρα. Την πέτρα στις λιθοδομές της μνήμης, την πέτρα που γίνεται ομογάλακτος αδελφός, την πέτρα της λίθινης πολιτείας του ονείρου, τις εφέστιες πέτρες του αγαπημένου σπιτιού.

Μέσα στο «λατομείο» σμιλεύονται, αναποδογυρίζονται, κομματιάζονται, λατρεύονται οι πέτρες. Αυτές που χτίζουν την ύπαρξη, περιζώνουν τη μνήμη και σαν βιώματα ατομικά και ιστορικά μπαίνουν στην ποιητική ματιέρα, κι οι άλλες, οι πέτρες-λέξεις «χαραγμένες από τις μαρμαρυγές της ποίησης», απόχες που μέσα από το κοσμικό χάος ανασύρουν νοούμενα οικοδομώντας τη φρεναπάτη του είναι. Μ' αυτό το πετρώδες σκληρό υλικό μάχεται ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, με γενναιότητα και αμφίρροπες νίκες.

Η πέτρα στο «λατομείο» αναγορεύεται σε τοτεμικό σύμβολο κι αυτό είναι ίσως το κύριο ενδιαφέρον της δουλειάς αυτής, που είναι ποίηση και μαζί γλυπτική. Σαν τις πέτρινες μορφές του Μαξ Ερνστ και του Τόμας Μουρ, τα τοτεμικά σύμβολα του Κοσμόπουλου, με κυρίαρχη τη μορφή της Μητέρας, δεσπόζουν των αναζητήσεων ποιητικών τρόπων. Επιβάλλονται με αρχέγονη δύναμη σαν ορόσημα στο χρόνο, προγονικές μορφές λαξεμένες στους βράχους της ψυχής, λίθινα τρυφερά τύμπανα της παιδικότητας και της εφηβείας. Είπαμε ότι είναι αδρή, αρρενωπή η ποίηση αυτή, όχι όμως ότι της λείπει ο λυρισμός. Έχει έναν δικό της, ξερό λυρισμό, που τον ταράζει ένας θυμός, νοσταλγικός, ελληνικός θυμός, από τα πέρατα της χώρας που παίρνει στο πέρασμα του ζώα, φυτά, έντομα, αισθήσεις, ήχους, χρώματα, ορυκτά, σφιχταγκαλιασμένος με το δημοτικό τραγούδι. Αναφέρομαι στα «Εφέστια» Α, Β, και Γ. Αυτές οι τρεις ενότητες με τους στοχαστικούς μονολόγους και τις ποιητικές αποστροφές, όπως εκείνο το «με γόους σιγής το σπίτι φανερώνεται, Μητέρα», είναι ίσως οι πιο προσιτές σε όλο το «λατομείο». Ανοίγουν τα σπλάχνα του ποιητή και μαζί μ' αυτά μια ιστορική και γεωγραφική περιοχή, συμμαχώντας με το συλλογικό υποσυνείδητο του έλληνα αναγνώστη.

Τα πράγματα αλλάζουν στις επόμενες μικρές ενότητες «Κλιμακηδόν Ελένη» και «Η Μηχανή του Τηλεμάχου». Κρυπτογραφήματα εν πολλοίς και γυμνάσματα στον ποιητικό λόγο όπου γίνεται φανερό πόσο απασχολεί τον Κοσμόπουλο το métier του ποιητή και η σύνδεσή του με μία ενεργή μυθική υποδομή, αλλά και πόσο εναγώνια είναι η προσπάθειά του να κατακτήσει τους ποιητικούς τρόπους. Ο ποιητικός του λόγος χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτική σχεδόν απουσία επιθέτων -το ρόλο τους αναλαμβάνουν άλλα ουσιαστικά-, κοφτή και σκληρή φράση, μορφή που δοκιμάζεται τόσο στον ελεύθερο στίχο, όσο και στο μέτρο και τη ρίμα, σαν για να πάρει χρίσμα. Στα «Στάσιμα», όπως και στα «Ακροτελεύτια», με μεγαλύτερο εύρος σύλληψης και ευστοχία γραφής, καταγράφονται τα ίδια φαινόμενα: αλλεπάλληλες εικόνες-σκηνογραφίες συναισθημάτων όπου πρωταγωνιστούν οι λέξεις, γενεσιουργές πάθους οι ίδιες, καθώς κάτω από την πίεση μιας σκληρής τεχνικής, σκάει το υλικό τους περίβλημα και εκτοξεύονται θραύσματα μιας διαρρηγμένης πραγματικότητας προς το μέρος του «άλλου». Έτσι συντελείται η ποιητική δράση, υπερβαίνεται ο κόσμος των αισθητών και η ποίηση του Κοσμόπουλου μοιάζει να οδεύει προς ένα ιδιότυπο εξπρεσιονιστικό ιδίωμα.

Γίνεται αισθητή η προσπάθεια εναρμόνισης όλης αυτής της αθλήσεως στο λόγο, με τα κώδικα θέματα της χαμένης παιδικότητας, του ερωτικού σώματος του Άλλου, και κυρίως της Μητέρας, που λειτουργεί ως άξονας-καταλύτης. Κι αυτό είναι σημαντικό γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος, μέσα στους «κισσούς των λέξεων», να πέσει στο σώμα της ποίησης του Κοσμόπουλου άπνοια, να σωριαστούν σαν χάρτινα τεχνήματα τα ποιήματά του, εάν οι εσωτερικοί του άξονες ατονήσουν. Παρότι το «εγώ» του ποιητή αναφέρεται ρητώς αρκετά συχνά, δημιουργείται κάποτε η αίσθηση ότι ο ίδιος ως άνθρωπος πάσχων μόλις αναπνέει μέσα στην ποίηση του, καταπλακωμένος από πολλές πέτρες-λέξεις. Η εικονοποιία του Δημήτρη Κοσμόπουλου, πλούσια, ετερόκλιτη και σχεδόν μυθική, παραπέμπει σε μια εποχή προλογική, που ξεβράζεται μες στους δικούς μας καθημερινούς δρόμους μέσα από κάτι λίγο κατακλυσμιαίο, που είναι και λεπταίσθητο: ίσως αυτή η κατάσταση της συγκινησιακά φορτισμένης (συνήθως επιθετικής και αμετανόητης), δονούμενης πνευματικά, υλικότητας, να είναι μια ακολουθητέα «γραμμή» στην ποίηση του. Ποίηση αποσπασματική στη θεματολογία και στη μορφή της, που κατακτάται δύσκολα νοηματικά και γλωσσικά, ξεστρατίζει συχνά στα ακροβατικά καμώματα και στα κλισέ, κατορθώνει όμως να περισώσει τελικά την ποιητική ουσία: «Στου ύπνου τον νάρθηκα θα ιδείς τη Μάννα/ μες στο ανεμόβροχο/ ν' αρπάζει το λευκό πουκάμισό σου/ από τη λάσπη των αιμάτων» (Αναγνωστικό). Ή: «Εδώ πεθαίνουνε σφαδάζοντας οι πιο άγριες λέξεις/ κι ύστερα λάδι ανατριχίχας• ανασταίνονται/ τα ενάλια ύδατα κι αρδεύεται η μεγάλη πέτρα/ ...Έλα, Ελένη, το υδατινότερο ελελεύ.» (Φινιστρίνι)

Όποτε κατορθώνει ο Δημήτρης Κοσμόπουλος να φιλτράρει με αυστηρότητα και ρεαλισμό το πνεύμα των συρμών, μέσα από τα δικά του γόνιμα ιζηματογενή πετρώματα, φαίνεται ικανός να προσεγγίσει έναν προσωπικό λόγο από τον οποίο στάζει μια δική του σκληρή συγκίνηση, μια κοφτερή πορσελάνινη φινέτσα, που αντιμάχεται παράδοξα τις εξολοθρευτικές του τάσεις. Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Σαν προοπτική δημιουργίας θα μπορούσε ίσως ν' αποτελέσει έργο ζωής για τον καλό ποιητή, για τον λατόμο.

Προηγούμενη Σελίδα