image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


Κατεβάστε πολυτονικό αν δεν έχετε ήδη


Εἰκόνα : έργο του
Κώστα Τσόκλη

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ




ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ - Κριτικές


Προηγούμενη Σελίδα


Ελισάβετ Κοτζιά

Μικρά και κομψά

Από εφημ. Καθημερινή, 11-3-1990.


Τι κάνει τα κείμενα τον Μ.Χ.Π. τόσο διαυγή, φωτεινά και ανάλαφρα; Τι είναι εκείνο που προσδίδει στο πεζογραφικό έργο, στα τριάντα πέντε μικρά του διηγήματα, την ισχυρή προσωπικότητα που τους διασφαλίζει ιδιαίτερη θέση στη μεταπολεμική πεζογραφία;

Αν και δημοσιεύθηκαν σε τρεις χωριστές συλλογές που εμφανίζονται σε απόσταση η μια από την άλλη – Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη (1973), Θερμά θαλάσσια λουτρά (1980) και Ο Γενικός Αρχειοθέτης (1989) - τα κείμενα του Η.Χ.Π. πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σύνολο. Διότι διαθέτουν ομοιότητες, εκπέμπουν την ίδια ατμόσφαιρα, έχουν κοινή τεχνική.

Ως προς το ύφος ο H.Χ Π. εμφανίζει συγγένεια με δύο εντελώς διαφορετικούς πεζογράφους της γενιάς του: τον Γιώργο Ιωάννου, του οποίου τα χαμηλόφωνα εξομολογητικά πεζογραφήματα χρησιμοποιούν το συνηθισμένο και το καθημερινό προκειμένου να αποκαλύψουν την πλούσια σε αποχρώσεις διάθεση του αφηγητή Για ένα φιλότιμο (1964), H Σαρκοφάγος (1971) και τον Νίκο Καχτίτση του οποίου η πεζογραφία της «κομψής» έκφρασης συνδυάζει τη ρεαλιστική λεπτομέρεια με το αλλόκοτο και το υπερβολικό O εξώστης (1964), Ο ήρωας της Γάνδης (1967).

Ο συγκερασμός των συστατικών τούτων δημιουργεί βεβαίως κάτι διαφορετικό εδώ. Στα περισσότερα διηγήματα ο συγγραφέας ξεκινά από ένα περιστατικό του παρελθόντος (αυτό συμβαίνει κυρίως στο Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη), μιαν ανάμνηση, μια γενική διαπίστωση. Και καθώς ξετυλίγει την αφήγηση περιδιαβαίνοντας από θέμα σε θέμα, χαμηλόφωνα. σε μια γλώσσα ιδιαιτέρως επιμελημένη, με χιούμορ και διάθεση μάλλον περιπαικτική, εντελώς αβίαστα και χωρίς να μεταβάλει καθόλου τον τόνο της φωνής του, περνά από τη διακωμώδηση και τα καθημερινά, στο μελαγχολικό όπως είναι η ανεκπλήρωτη επιθυμία και η απογοήτευση, στο παράξενο όπως είναι ο θάνατος και η φθορά του χρόνου, στη διαχυτικότητα όπως είναι η έκφραση της νοσταλγίας και η τρυφερότητα.

Σε όλα τα διηγήματα η γλώσσα πρωταγωνιστεί. Λιτή και κυριολεκτική, μαρτυρεί επί πλέον την προτίμηση του αφηγητή προς την κομψή λόγια έκφραση. H ροπή αυτή δεν είναι ωστόσο καθόλου αθώα. Διότι σε συνδυασμό με το τέχνασμα της απροσδόκητης εξωτερίκευσης διαθέσεων που προαναφέραμε, στηρίζει συχνά όλο το διήγημα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί λέξεις λόγιας προέλευσης για λεπτομέρειες που δείχνουν δευτερεύουσες και ζητήματα που, από την άποψη της κοσμιότητας, μοιάζουν αγοραία ή ακόμα και ποταπά (σωματικές ανάγκες, δυσοσμία κ.λπ.). Η παρατονία που επακολουθεί, υποσκάπτει τη σοβαρότητα την οποία υποδύεται ο αφηγητής, αποκαλύπτοντας τη παρωδία και το σκώμμα. H διακωμώδηση την οποία επιτυγχάνει η ειρωνική αυτή λειτουργία της γλώσσας και η ζοφερή μάλλον διάθεση την οποία μας γεννά η ιδιότυπη αφήγηση των ιστοριών (μετράμε τουλάχιστον δεκαοκτώ θανάτους σε ισάριθμα διηγήματα), οι δύο αυτές καταστάσεις λειτουργούν συμπληρωματικά και συγχρόνως εξισορροπητικά. Στα διηγήματα του έργου τούτου οι συμφορές της ζωής δεν μοιάζουν έτσι δυσβάσταχτες.

Η ακρίβεια και η λιτότητα της γλώσσας, η κομψότητα αλλά και η φαιδρότητα που προκαλεί η υπονόμευσή της καθώς και η τόλμη με την οποία ο αφηγητής περιπαίζει και απομυθοποιεί, δημιουργούν τα διαυγή, ακτινοβόλα κείμενα του Η.Χ.Π. Πλην της κομψότητας, το περιορισμένο μέγεθος, η περιδιάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, ο χαμηλός τόνος και η έμφαση στις αποχρώσεις δίνουν το βάρος από όσα χτυπήματα επιφυλάσσει στους ήρωες μια ζωή που στην πραγματικότητα είναι αδυσώπητα σκληρή. Και τούτο αποτελεί την προϋπόθεση ώστε σωστά ζυγισμένα τα διηγηματάκια, να εγκαταλείψουν το έδαφος συμπαρασύροντας κι εμάς ψηλότερα όπου όλα μοιάζουν ανεκτικότερα και συγχρόνως πιο ανεκτά. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο στον Η.Χ.Π., στοιχείο που δεν θα συναντήσουμε στον υψηλό αυτό βαθμό, ούτε στον Γιώργο Ιωάννου ούτε στον Νίκο Καχτίστη, είναι η απόλυτη εξισορρόπηση του όλου προς τις λεπτομέρειες. Τίποτα δεν ξεφεύγει σ' αυτό το μικρό αλλ' αψεγάδιαστο έργο, τίποτα δεν χάνεται. Κι έτσι από αυτή τη δεξιοσύνη και τη μαστοριά η αίσθηση της ευδαινομίας πολλαπλασιάζεται κι ολοκληρωτικά κυριαρχεί.

Προηγούμενη Σελίδα