image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ





ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Προηγούμενη Σελίδα

Ευάγγελος Δ. Θεοδώρου
Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο θεσμός των Διακονισσών εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και η δυνατότης αναβιώσεως αυτού


Μέρος Πέμπτο

4. Η προσεκτική μελέτη των Χειροτονικών τούτων από της ειδολογικής και της καθ’ ύλην επόψεως οδηγεί ημάς εις τα κάτωθι πορίσματα:

Πάσαι αι εν τοις κόλποις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας διαμορφωθείσαι διατάξεις περί της χειροτονίας των διακονισσών, καίτοι απέχουσαι απ’ αλλήλων ου μόνον τοπικώς, αλλά και χρονικώς, συμφωνούν απολύτως καθ’ ύλην, διαφέρουσαι μόνον κατά τι γλωσσικώς και φραστικώς.

Ενώ εις τα Ευχολόγια αι περιγραφόμεναι χειροθεσίαι του λεγομένου κατωτέρου κλήρου (ψάλτου, αναγνώστου, υποδιακόνου) τελούνται εκτός του ιερού βήματος και ουχί κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, η χειροτονία της διακονίσσης έχει απόλυτον ειδολογικήν ομοιότητα προς τας χειροτονίας των τάξεων του ανωτέρου κλήρου (επισκόπου, πρεσβυτέρου, διακόνου), διότι γίνεται εντός του ιερού βήματος και έμπροσθεν της αγίας Τραπέζης, κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας και μάλιστα μετά την αγίαν αναφοράν, δηλαδή ευθύς μετά τον ασπασμόν «Και έσται τα ελέη...». Η χειροτονία της διακονίσσης, ως και η του διακόνου, ηδύνατο να γίνη ου μόνον «επί τελείας προσκομιδής», αλλά και «επί προηγιασμένων», μετά την επί της αγίας τραπέζης απόθεσιν των τιμίων δώρων της μεγάλης εισόδου(67).

Η χειροτονηθησομένη διακόνισσα, κατά την τελετήν της χειροτονίας, ισταμένη προφανώς, ως και ο χειροτονηθησόμενος διάκονος, εν τη σολέα, προ των αγίων θυρών, «μαφορίω» κεκαλυμμένη, προσήγετο εις την αγίαν τράπεζαν, ένθα ο επίσκοπος εχειροτόνει ταύτην δι’ επιθέσεως των χειρών, απαγγέλλων ουχί μίαν ευχήν, ως κατά τας κατωτέρας χειροθεσίας, αλλά δύο ευχάς, τούθ’ όπερ είναι γνώρισμα των ανωτέρων χειροτονιών. Αμφότεραι αι ευχαί αύται, ακολουθούσαι εις την προεξαγγελλομένην εκφώνησιν: «Η θεία Χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα...» και εις την επισυναπτομένην σφράγισιν και απαγγελλόμεναι υπό του επισκόπου, ο οποίος έχει τας χείρας επί της κεφαλής της χειροτονουμένης, καταλήγουν εις δοξολογίαν της αγίας Τριάδος. Η εκφώνησις «Η θεία Χάρις η τα ασθενή θεραπεύουσα...», η οποία ακούεται κατά την χειροτονίαν της διακονίσσης, αποτελεί γνώρισμα μόνον της χειροτονίας των ανωτέρων κληρικών (επισκόπου, πρεσβυτέρου, διακόνου), καθ’ όσον η εκφώνησις αύτη ουδέποτε ακούεται εις τας χειροθεσίας των κατωτέρων κληρικών, ουδέ αυτού του υποδιακόνου. Ωσαύτως είναι άξιον προσοχής, ότι εις τας χειροτονίας των ανωτέρων κληρικών επεμβαίνει μετά την πρώτην ευχήν λειτουργός έχων τον ίδιον βαθμόν, προς τον οποίον προάγεται ο χειροτονούμενος (επίσκοπος εις χειροτονίαν επισκόπου, πρεσβύτερος εις χειροτονίαν πρεσβυτέρου και διάκονος εις χειροτονίαν διακόνου), ο οποίος απαγγέλλει τα μεταξύ των δύο ευχών παρεμβαλλόμενα ειρηνικά. Κατά την χειροτονίαν της διακονίσσης τα ειρηνικά ταύτα απαγγέλλονται υπό διακόνου. Τοιούτόν τι ουδέποτε γίνεται εις τας κατωτέρας χειροθεσίας, αι οποίαι γίνονται εκτός του ιερού βήματος(68).

Εκ τούτων γίνεται φανερόν, ότι και κατά την χειροτονίαν της διακονίσσης τελούνται σχεδόν πάντα, όσα και κατά την χειροτονίαν του διακόνου. Η χειροτονία της διακονίσσης διαφέρει της χειροτονίας του διακόνου εις ελάχιστα σημεία. Ενώ ο χειροτονούμενος διάκονος στηρίζει το μέτωπόν του εις την αγίαν τράπεζαν και κλίνει το δεξιόν γόνυ, η διακόνισσα δεν κλίνει γόνυ, αλλά παραμένει ορθία(69).

Η χειροτονουμένη διακόνισσα περιεβάλλετο, ως και ο διάκονος, το διακονικόν ωράριον, φέρουσα όμως τούτο «υποκάτωθεν του μαφωρίου», μετά των δύο αρχών αυτού έμπροσθεν. Κατά την ώραν της θείας Κοινωνίας η διακόνισσα κοινωνεί, ως ο διάκονος, λαμβάνουσα το άγιον ποτήριον εκ των χειρών του αρχιερέως, αλλ’ «ουδενί μεταδίδωσι» την θείαν κοινωνίαν. Δι’ αυτό «επιτίθησιν αυτό (το άγιον ποτήριον) τη αγία τραπέζη».

Η βυζαντινή χειροτονία διακονίσσης επέδρασε σημαντικώς τόσον εις την «Ordo chirotoniae mulierum diaconissarum», η οποία διεμορφώθη εις τους Νεστοριανούς και Μονοφυσίτας, όσον και εις τα σχετικά δυτικά τυπικά (Ordo ad diaconissa, faciendam – Ordinatio abbatissae canonicam regulam profitentis). Εις την Δύσιν η χειροτονία των διακονισσών συνεδέετο μετ’ ειδικής λειτουργίας (Missa ad diaconam faciendam). Κατά την χειροτονίαν ταύτην, πλην του ωραρίου, παρεδίδετο εις τας χειροτονουμένας δακτύλιος (annulus) και στέφανος εξ ανθέων (torques)[70].


3. Κανονικός χαρακτήρ και κανονικαί συνέπειαι της χειροτονίας των διακονισσών.

Ο άγιος Επιφάνειος τονίζει, «ότι μεν διακονισσών τάγμα εστίν εις την Εκκλησίαν, αλλ’ ουχί εις το ιερατεύειν(71)». Και ενώ υπό των Αποστόλων «κατεστάθησαν διαδοχαί επισκόπων και πρεσβυτέρων εν οίκω Θεού, ουδαμού γυνή εν τούτοις κατεστάθη. Ήσαν δε τέσσαρες θυγατέρες Φιλίππω τω ευαγγελιστή προφητεύουσαι, ου μην ιερουργούσαι. Και ην Άννα προφήτις θυγατήρ Φανουήλ, αλλ’ ουχ ιερατείαν πεπιστευμένη(72)». «Ει ιερατεύειν γυναίκες Θεώ προσετάσσοντο..., έδει μάλλον αυτήν την Μαριάμ ιερατείαν εκτελέσαι εν Καινή Διαθήκη, την καταξιωθείσαν εν κόλποις ιδίοις υποδέξασθαι τον Παμβασιλέα Θεόν επουράνιον, Υιόν Θεού... Αλλ’ ουκ ηυδόκησεν. Αλλ’ ουδέ βάπτισμα διδόναι πεπίστευται• επεί ηδύνατο ο Χριστός μάλλον παρ’ αυτής βαπτισθήναι ήπερ παρά Ιωάννου(73)». Ο αυτός πατήρ παρατηρεί, ότι η εκκλησιαστική πράξις του παρελθόντος και των χρόνων αυτού αποκρούει την ιερουργικήν ιερωσύνην της γυναικός: «Παρατηρητέον δε ότι άχρι διακονισσών μόνον το εκκλησιαστικόν επεδεήθη τάγμα, χήρας τε ωνόμασε, και τούτων τας έτι γραοτέρας πρεσβύτιδας, ουδαμού δε πρεσβυτερίδας ή ιερίσσας προσέταξε(74)».

Εις τας «Αποστολικάς Διαταγάς» τονίζεται: «Περί δε του γυναίκας βαπτίζειν γνωρίζομεν υμίν, ότι κίνδυνος ου μικρός ταις τούτο επιχειρούσαις. Διο ου συμβουλεύομεν• επισφαλές γαρ, μάλλον δε παράνομον και ασεβές. Ει δε διδάσκειν αυταίς ουκ επετρέψαμεν, πως ιερατεύσαι ταύταις παρά φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα... ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατάξεως(75)».

Ανεξαρτήτως του ζητήματος περί του πως αντιμετωπίζονται τα συγκεκριμένα επιχειρήματα του αγ. Επιφανείου υπό των ετεροδόξων, οι οποίοι δέχονται την χειροτονίαν των γυναικών εις τους βαθμούς του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου, πρέπει να τονισθή ότι ουδέποτε εις την συνείδησιν της Εκκλησίας επεκράτησεν η αντίληψις διαφόρων κύκλων αιρετικών (Γνωστικών, Μοντανιστών, Πρισκιλλιανών, Κολλυριδιανών κ.λπ.), κατά την οποίαν αι γυναίκες είναι δυνατόν να αποκτήσουν ιερουργικά ιερατικά καθήκοντα, ανάλογα προς τα του πρεσβυτέρου ή και επισκόπου. Από της αποστολικής εποχής μέχρι σήμερον επικρατεί εν τη Εκκλησία μόνιμος και σταθερά παράδοσις(76).

Ταύτα, ενώ εξηγούν διατί το γυναικείον διακονικόν λειτούργημα ουδέποτε ηδύνατο να δημιουργήση δυνατότητα προαγωγής των διακονισσών εις τους βαθμούς του πρεσβυτέρου και του επισκόπου, όμως ουδόλως κατ’ αρχήν και κατ’ αιτιώδη σχέσιν οδηγούν ημάς εις το συμπέρασμα, ότι αι διακόνισσαι δεν ανήκον εις τον κλήρον και ότι η χειροτονία των δεν είχε μυστηριακόν χαρακτήρα όμοιον προς τον χαρακτήρα της χειροτονίας του διακόνου. Εν τοιούτον εσφαλμένον συμπέρασμα έχει προβληθή υπό μερικών Ορθοδόξων, ως λ.χ. υπό του Nicolae Chitescu και υπό του George Khodre. Ο πρώτος έγραψεν, ότι αι διακόνισσαι «erchielten nicht die Diakonenweihe. Sie empfingen nur eine Segnung(77)». Ο δεύτερος ισχυρίσθη, ότι «die Haundauflegung (während der Diakonissenweihe) wird als einfache Segnung zu verstehen sein(78)».

Ο ισχυρισμός ούτος στηρίζεται εις το λογικόν σφάλμα της των «όρων τετράδος» (quaternion terminorum). Το σφάλμα τούτο συνίσταται εις το ότι παρουσιάζομεν κατά τον συλλογισμόν ως συμπέρασμα κρίσιν σχηματιζομένην εκ δύο προκειμένων κρίσεων, εις τας οποίας ο μέσος όρος δεν είναι, ως θα έπρεπε, κοινός, αλλ’ έχει διάφορον σημασίαν εις εκατέραν εξ αυτών. Τοιουτοτρόπως οι αρνούμενοι, ότι η χειροτονία της διακονίσσης είναι ομοία προς την του διακόνου, συνδέουν και συναρτούν εις την συλλογιστικήν των πορείαν την έννοιαν της χειροτονίας και του κληρικού λειτουργήματος μόνον προς τους βαθμούς του πρεσβυτέρου και του επισκόπου, οι οποίοι τελούν μυστήρια και την Θ. Ευχαριστίαν.

Οι προβάλλοντες τον ισχυρισμόν αυτόν λησμονούν, ότι όχι μόνον αι διακόνισσαι, αλλά και αυτοί οι διάκονοι, αν και αναμφισβητήτως κατά την ορθόδοξον κανονικήν παράδοσιν ανήκουν εις τον ανώτερον κλήρον, δεν έχουν ιερωσύνην προς τέλεσιν μυστηρίων, αλλ’ έχουν αναμφισβητήτως μυστηριακήν διακονικήν ιερωσύνην, τούθ’ όπερ κυρίως αποτελεί την ειδοποιόν διαφοράν του διακονικού βαθμού. Το ότι η φράσις του αγίου Επιφανείου «διακονισσών τάγμα εστίν εις την Εκκλησίαν, αλλ’ ουχί εις το ιερατεύειν» ουδέν μαρτυρεί εναντίον της κατατάξεως των διακονισσών εις τας τάξεις του κλήρου και των εκκλησιαστικών λειτουργών και το ότι ο Επιφάνειος, χρησιμοποιών την λέξιν «ιερατεύειν», υπονοεί μόνον το τελείν την Θ. Ευχαριστίαν και τα λοιπά μυστήρια, αποδεικνύεται εκ του ότι ο ίδιος εκκλησιαστικός πατήρ εις την αυτήν παράγραφον υπομιμνήσκει, ότι και αυτοί οι αναμφισβητήτως εις τον ανώτερον κλήρον ανήκοντες διάκονοι δεν τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας: «Και γαρ ούτε διάκονοι εν τη εκκλησιαστική τάξει επιστεύθησάν τι μυστήριον επιτελείν, αλλά μόνον διακονείν τα επιτελούμενα(79)». Και αι «Αποστολικαί Διαταγαί» τονίζουν: «Διάκονος ουκ ευλογεί, ου δίδωσιν ευλογίαν, λαμβάνει δε παρά επισκόπου και πρεσβυτέρου• ου βαπτίζει, ου προσφέρει, του δε επισκόπου προσενεγκόντος ή του πρεσβυτέρου, αυτός επιδίδωσι τω λαώ, ουχ ως ιερεύς, αλλ’ ως διακονούμενος (= διακονών) ιερεύσιν(80)». Και η «Διαθήκη» τονίζει, ότι ο διάκονος «non ad sacerdotium ordinatur, sed ad ministerium episcopi et ecclesiae(81)».

Η μνημονευθείσα βυζαντινή τάξις της χειροτονίας των διακονισσών έχει, ως είπομεν, όλα τα ειδολογικά γνωρίσματα της τάξεως της χειροτονίας των ανωτέρων κληρικών. Εις την τάξιν της χειροτονίας των διακονισσών γίνεται μνεία της θεραπευούσης τα ασθενή θείας Χάριτος και απευθύνεται υπό του επισκόπου δέησις προς τον Παντοδύναμον Θεόν, τον «ουκ ανδράσι μόνον, αλλά και ταις γυναιξί δωρησάμενον την χάριν του αγίου Πνεύματος», ίνα καταπέμψη εις την χειροτονουμένην την «πλουσίαν δωρεάν» του αγίου Πνεύματος και ίνα προσδεχθή ταύτην «εν τάξει λειτουργών».

Κατά την «Διδασκαλίαν» η διακόνισσα κατέχει λίαν τιμητικήν θέσιν εις τας τάξεις του κλήρου, διότι εις αυτήν τονίζεται ότι οι διάκονοι και αι διακόνισσαι ανήκουν εις εν και το αυτό λειτούργημα, το ministerium diaconiae, και είναι ως μία ψυχή εις δύο σώματα(82). Η διακόνισσα αναφέρεται μετά των λοιπών τάξεων του ανωτέρου κλήρου, εφ’ όσον παραλληλίζονται υπό της «Διδασκαλίας» ο επίσκοπος προς τον Θεόν Πατέρα, ο διάκονος προς τον Χριστόν, η διακόνισσα προς το Άγιον Πνεύμα και οι πρεσβύτεροι προς τους αποστόλους: «Hic locum Dei sequens sicuti Deus honoretur a vobis. Diaconus autem in typum Christi adstat; ergo diligatur a vobis. Diaconissa vero in typum Sancti Spiritus honoretur a vobis. Presbyteri etiam in typum apostolorum spectentur a vobis…(83)». Και εις τας «Αποστολικάς Διαταγάς», υπό των οποίων εξετάζεται «εις τίνος τύπον και αξίαν έκαστος των εν τω κλήρω τέτακται παρά Θεού(84)», επαναλαμβάνονται τα υπό της «Διδασκαλίας» λεγόμενα: «Ούτος ο (επίσκοπος) υμών επίγειος Θεός μετά Θεόν, ος οφείλει της παρ’ υμών τιμής απολαύειν... Ο γαρ επίσκοπος προκαθεζέσθω υμών... Ο δε διάκονος τούτω παριστάσθω ως ο Χριστός τω Πατρί και λειτουργείτω αυτώ εν πάσιν αμέμπτως, ως ο Χριστός, αφ’ εαυτού ποιών ουδέν, τα αρεστά ποιεί τω Πατρί πάντοτε. Η δε διάκονος εις τύπον του Αγ. Πνεύματος τετιμήσθω υμίν, μηδέν άνευ του διακόνου πράττουσα ή φθεγγομένη, ως ουδέ ο Παράκλητος αφ’ εαυτού τι λαλεί ή ποιεί, αλλά δοξάζων τον Χριστόν, περιμένει το Εκείνου θέλημα• και ως ουκ έστιν εις τον Χριστόν πιστεύσαι άνευ της του Πνεύματος διδασκαλίας, ούτως άνευ της διακόνου μηδεμία προσίτω γυνή τω διακόνω ή τω επισκόπω. Οι τε πρεσβύτεροι εις τύπον των αποστόλων υμίν νενομίσθωσαν, διδάσκαλοι έστωσαν θεογνωσίας...(85)».







Υποσημειώσεις

67. Jacobi Goar, ένθ’ανωτ., σ. 211. Παν. Τρεμπέλα, Τάξεις χειροθεσιών και χειροτονιών, Αθήναι 1949, σσ. 38-39.

68. Παν. Τρεμπέλα, ένθ’ ανωτ., σσ. 30-53

69. Ευαγγέλου Δ. Θεοδώρου, Η «χειροτονία» ... των διακονισσών, σσ. 62-63.

70. Ένθ’ ανωτ., σσ. 63-65.

71. Επιφανείου, Κατά αιρέσεων 79, 3 εν Migne Ε.ΙΙ. 42, 744-745.

72. Αυτόθι.

73. Ένθ’ ανωτ.

74. Αυτόθι.

75. Αποστολικαί Διαταγαί, βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. στ’, εν Migne Ε.ΙΙ. 1, 776.

76. Ευαγγέλου Δ. Θεοδώρου, ένθ’ανωτ., σ. 66.

77. Nicolas Chitescu, Das Problem der Ordination der Frau, εν: Zur Frage der Ordination der Frau, εκδ. υπό του Ökumenischen Rat der Kirchen, Genf 1964, σ. 67.

78. George Khodre, Die Ordination der Frau, εν: Zur Frage der Ordination der Frau, σ. 74.

79. Επιφανείου, ένθ’ ανωτ., στ. 744-745.

80. Αποστολικαί Διαταγαί, βιβλ. Η’, κεφ. κη’, εν Migne Ε.ΙΙ. 1, 1124.

81. Ign. Ephr. Rahmani, ένθ’ ανωτ., Ι, 38, σ. 93.

82. F. X. Funk, μν. έ., τόμ. 1, σσ. 212-214.

83. Ένθ’ ανωτ., σ. 104, 6.

84. Αποστολικαί Διαταγαί, βιβλ. Β’, κεφ. κστ’, εν Migne Ε.ΙΙ. 1, 665-669.

85. Ένθ’ ανωτ., 668.

Προηγούμενη Σελίδα