Χρυσάνθη Κωφού-Πετροπούλου - Να στέκεσαι ανάμεσα στα παιδιά
image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ








δείτε το αφιέρωμα
συντροφιά
με τους
γεροντάδες μας







ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Προηγούμενη Σελίδα
Χρυσάνθη Κωφού-Πετροπούλου
(22.09.1939 – 04.08.2015),
Φιλόλογος, Ιστορικός Αρχαίας Τέχνης,
τ. Β. Λυκειάρχης


Να στέκεσαι ανάμεσα στα παιδιά


Το να “σταθεί” κανείς σήμερα μέσα σε μια τάξη 25 παιδιών είναι μεγάλη υπόθεση, ένας “μεγάλος άθλος”. Προσέξτε το· δεν λέω “να διδάξει”, αλλά “να σταθεί”, γιατί, αν δεν σταθεί, δεν θα διδάξει. Αν δεν γίνει αποδεκτός από τα παιδιά, όσα παιδαγωγικά κι αν κατέχει, όσες γνώσεις κι αν έχει, όση καλή θέληση και προσπάθεια αν καταβάλει, έχει χάσει τη μάχη. Φυσικά, πάντοτε μιλάμε για περιπτώσεις όπου θεωρούμε την ανταπόκριση και την αμεσότητα απαραίτητη προϋπόθεση σωστής επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές. Μιλάμε για εκείνες τις ευτυχισμένες στιγμές όπου νιώθεις να εκπέμπονται από τα μάτια και τα πρόσωπα των παιδιών τα μαγικά κύματα που σου δείχνουν ότι άγγιξες την ψυχή τους. Είναι οι “μαγικές στιγμές” που εσύ τις παίρνεις και τις φυλάς βαθιά μέσα στη δική σου ψυχή, για να απαλύνουν τις “αχάριστες στιγμές”, που είναι, ας μη κρυβόμαστε, οι περισσότερες, και για να τροφοδοτούν το δύσκολο δρόμο σου.

Υπάρχουν βέβαια κι άλλες περιπτώσεις όπου ανεβαίνει κανείς στην έδρα, λέει το απαραίτητο, επιβεβλημένο από το αναλυτικό πρόγραμμα μέρος της ύλης, που αντιστοιχεί στο ωριαίο μάθημά του, και σαν καλός υπάλληλος φεύγει από την τάξη, “μακάριος” μέσα στην άγνοιά του και ικανοποιημένος ότι έκανε το καθήκον του. Και πραγματικά, κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν το έκανε. Ποια απήχηση, ποια ανταπόκριση όμως βρήκε ό,τι έκανε, ας μην το κρίνουμε.

Παλαιότερα τον καθηγητή τον επέβαλλε στη συγκεκριμένη τάξη και στη συγκεκριμένη ομάδα παιδιών ο Γυμνασιάρχης. Τα παιδιά τον δέχονταν σαν κάτι δεδομένο· σέβονταν τις παραξενιές του, προσπαθούσαν να προσαρμοστούν αυτά σ’ ό,τι τους έτυχε. Κι αν πάλι ανταποκρινόταν ο δάσκαλος στις προσδοκίες τους, θεωρούσαν απλά τυχερό τον εαυτό τους.

Σήμερα δεν συμβαίνει το ίδιο. Αν πραγματικά θέλεις να λες ότι κάνεις σωστή δουλειά, βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή. Πώς θα σου τη δώσουν ; Πώς θα την κερδίσεις ; Μόνο με την ειλικρίνεια που θα τους δείξεις. Αν αρχίσεις λέγοντας πόσα διπλώματα έχεις, περιγράφοντας πόσο πολλές είναι οι γνώσεις σου και πόσο τυχεροί είναι που έχουν εσένα δάσκαλο, το μόνο που θα κερδίσεις θα είναι η παγερή αποδοκιμασία. Γι’ αυτό και πολλοί άξιοι επιστήμονες, με πληθώρα γνώσεων, δεν γίνονται αποδεκτοί από τα παιδιά : ή καμαρώνουν υπερβολικά γι’ αυτές ή τις προσφέρουν με τρόπο που δεν τα αγγίζει. Αποτέλεσμα ; Η περιφρόνηση σε ό,τι τους προσφέρεται και η διάχυτη σιωπηρή μομφή : «δεν μας κάνεις, βρε αδερφέ», «σ’ εμάς δεν πουλιέται η πραμάτεια σου». Άλλαξε τρόπο, άλλαξε σύστημα, μεταφράζουμε εμείς. Κατάληξη ; Το κατακάθι της πικρίας στην ψυχή σου.

Στο ίδιο αποτέλεσμα θα καταλήξεις, αν δηλώσεις προκαταρκτικά ότι «εγώ δεν ήμουν για εδώ, αναγκάστηκα να ξεπέσω στη Μέση Εκπαίδευση, σύντομα θα τοποθετηθώ κάπου ανάλογα με τα προσόντα (αυτά κι αυτά) που έχω. Επωφεληθείτε να πάρετε από μένα ό,τι καλό σας προσφέρω». Αν γλιτώσεις το γιουχάισμα ύστερα από αυτά, θα είσαι τυχερός· αυτό μόνο συμπληρώνω.

Πέρασε η εποχή όπου ο καθηγητής θεωρούνταν ο άνθρωπος που τα ήξερε όλα, η αυθεντία. Αν εξηγήσει από την αρχή ότι θα τύχει και ορισμένα πράγματα να αγνοεί, αλλά θα τα ερευνήσει μαζί τους, και ότι όσα ξέρει θα προσπαθήσει να τους τα μεταδώσει με τον πιο σωστό τρόπο που νομίζει, ε, τότε προχώρησε ένα βήμα μπροστά.

Σε στιγμές νηφαλιότητας, πολλές φορές, ιδίως όταν τυχαίνει η τάξη να είναι προβληματική, κι εγώ και άλλοι, καταξιωμένοι συνάδελφοι, έχουμε σκεφτεί : «Πώς τα καταφέρνουμε και στεκόμαστε»· «πώς γίνεται και γινόμαστε αποδεκτοί», μεταφράζω, και νιώθουμε ένα δέος στην ερώτηση αυτή, άσχετα αν την επόμενη το ξεχνάμε και ξαναρχίζουμε το επίμοχθο έργο μας. Γι’ αυτό και καταλαβαίνουμε απόλυτα όσους από μας φοβούνται, όπως λέμε, την έδρα. Μπαίνουν στη Μέση Εκπαίδευση και βγάζουν όλη τη θητεία τους σε κάποιο γραφείο και τρέμουν τη στιγμή που θα χάσουν τη βόλεψή τους και θα έρθουν αντιμέτωποι με την τάξη.

Φυσικό συναίσθημα νομίζω πως είναι ο φόβος απέναντι στα παιδιά. (Προσέξτε, δεν λέω ο φόβος των παιδιών απέναντι στο δάσκαλο.) Αυτό δείχνει την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητα με τις οποίες τα αντιμετωπίζει. Όμως αλίμονο αν μείνουμε μόνο σ’ αυτόν ή, το χειρότερο, αν τον αφήσουμε να περάσει προς τα έξω και να διαφανεί. Τότε, σας το λέω ξεκάθαρα : το χάσαμε το παιχνίδι. Και δεν θα φταίνε τα παιδιά γι’ αυτό. Τον ξεχνάμε, λοιπόν, το φόβο και τον αντικαθιστούμε με την αγάπη που απλόχερα διοχετεύουμε σ’ αυτά και με το ενδιαφέρον μας και κυρίως, βέβαια, τώρα χρησιμοποιούμε, συνδυασμένες, με όλα αυτά, τις γνώσεις μας, που νομίζω πως τώρα τα παιδιά θα τις δεχτούν και θα μας ζητούν από μόνα τους όλο και περισσότερες και εκεί δοκιμάζουν και τις σπουδές και τα πτυχία μας.

Αν χρειαζόταν να αξιολογηθεί ένας καθηγητής, εγώ τουλάχιστον θα πρότεινα έναν τρόπο αξιολόγησης πολύ ριζοσπαστικό και έξω από τα καθιερωμένα : να ρωτηθούν, δηλαδή, τα ίδια τα παιδιά της τάξης του γι’ αυτόν. Εγώ πιστεύω πως έχουν την κρίση και ωριμότητα, και ποτέ δεν θα είναι ευχαριστημένα, αν δεν αξιοποιούν την ώρα τους και αν δεν μαθαίνουν όσα ξέρουν πως τους χρειάζονται.

Ούτε αγαπούν περισσότερο ένα καθηγητή που τους χαρίζεται από κάποιον άλλο που τους έχει εξηγήσει, και έχουν πειστεί από τις εξηγήσεις του, γιατί επιμένει σ’ αυτό τον τρόπο διδασκαλίας ή σ’ αυτά ειδικά τα μέρη ή τους έβαλε αυτή τη βαθμολογία. Τα παιδιά αποστρέφονται την αδικία, τις ελλιπείς εξηγήσεις, την ανειλικρίνεια, την κρυψίνοια, τους συμβιβασμούς, τις κακές προθέσεις, τη διπροσωπία, την έπαρση, την ειρωνεία. Όταν αποφύγεις όλα αυτά, τότε, επανέρχομαι, μπορείς να σταθείς στην τάξη.

Πολλές φορές συμβαίνει ένα διδακτικό βιβλίο ή ένα μέρος του να μην “περνάει” στους μαθητές. Να μην το δέχονται, με άλλα λόγια. Το βγάζουν, με πειστικά ομολογουμένως επιχειρήματα, δυσνόητο, αμέθοδο, αποτυχημένο. Φυσικά, προσπαθείς να τους μεταπείσεις· τις ίδιες, βέβαια, διαπιστώσεις, τις έχεις ήδη κάνει μόνος σου κι εσύ, και έχεις μάλιστα προβεί και στις ανάλογες ενημερωτικές ενέργειες παραπέρα, άσχετα αν ακόμη και η ελάχιστη ανταπόκριση των αρμοδίων είναι ανύπαρκτη. Στο τέλος, συμφωνείς με τους μαθητές : τους λες πάντως ότι αυτό είναι το βιβλίο και, περνώντας το μέσα από την προσωπικότητά σου, προσπαθείς να τους το κάνεις δεκτό. Όταν αυτό είναι αδύνατον, γιατί οι νέοι, είπαμε, δεν συμβιβάζονται εύκολα, νικημένος τούς ομολογείς ότι «εμείς κάναμε ό,τι διαμαρτυρίες μπορέσαμε, φωνάξτε κι εσείς». Έχεις τότε την ελπίδα, την πεποίθηση, ότι μάλλον μέσω αυτών θα γίνει κάτι· και δεν διαψεύδεσαι, συνήθως. Η συνέχεια ;

Κάποιο ανώτερο στέλεχος διοργανώνει για το επίμαχο διδακτικό βιβλίο συνάντηση των διδασκόντων. Και τι γίνεται ; Ακολουθεί τρίωρη έκθεση διαφόρων θεωριών, που σου ζαλίζουν το μυαλό, σε κάνουν να κλαις την ώρα που διέθεσες χωρίς να γίνεις σοφότερος σε τίποτε, και στα πρακτικά ζητήματα βοήθεια μηδέν. Όταν δε τολμήσεις και ρωτήσεις «και πώς θα αντιμετωπίσω τη διδασκαλία στην πράξη, μέσα στην τάξη;», εισπράττεις την απάντηση «ο καλός καθηγητής / ο καλός φιλόλογος / ο καλός δάσκαλος θα βρει τον τρόπο», που σου δίδεται με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και ύφος παντογνώστου. Κοιτάς γύρω σου και βλέπεις παλαιότερους συναδέλφους σου να κουνάνε τα κεφάλια τους με συγκαταβατικό ύφος, όχι επειδή εκείνοι είναι οι καλοί καθηγητές και κατάλαβαν ό,τι ειπώθηκε, αλλά επειδή δεν έκαναν την ανοησία και είχαν την πρόνοια, παρ’ όλο που νιώθουν το ίδιο με σένα, να μη διατυπώσουν δυνατά όσα μέσα τους σκέπτονται. «Είναι νέα», συλλογίζονται. Κι έτσι αυτόματα κατατάσσεσαι εσύ στους “μη καλούς” καθηγητές, αφού ρωτάς τέτοια πεζά πράγματα, ενώ γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό ήρθες και έχασες την ώρα σου.

Είναι κατάσταση που πολλές φορές έζησα και που σε γεμίζει με ενοχές και αισθήματα ανεπάρκειας, που όμως δεν είναι πραγματική αλλά σου την εμφύσησαν και έτσι κατάφεραν να διεκπεραιώσουν το δικό τους ρόλο. Πολύ αργότερα λυτρώθηκα απ’ αυτά και κατάλαβα ότι η απάντηση «ο καλός καθηγητής» είναι αυτή ακριβώς που κρύβει την ανεπάρκεια του ομιλούντος να βρει τρόπους αντιμετώπισης των πρακτικών ζητημάτων που προκύπτουν στο συγκεκριμένο θέμα και σου δηλώνει τη δική του αδυναμία να σε βοηθήσει.

Το ίδιο αντιμετωπίζεις όταν για πρώτη φορά αποκτάς παιδί και τα βρίσκεις σκούρα, “μπαστούνια”, όπως λένε, στα πρακτικά ζητήματα της φροντίδας του. Με κλονισμένη αυτοπεποίθηση απευθύνεσαι σε έναν ειδικό. Σπάνια βρίσκεις απαντήσεις στις απορίες σου. Πιο συχνά υφίστασαι καταιγισμό θεωριών, επίδειξη γνώσεων που σου είναι αδιάφορες, φεύγεις περισσότερο αβοήθητη απ’ ότι πήγες και η επισφράγιση : «η καλή μητέρα θα βρει τρόπο» … Να τες πάλι οι ενοχές και η ετικέτα που σε κατατάσσει στις “μη καλές” μητέρες.

Κι έτσι, ανάλογη συμπεριφορά φυσικά θα ακολουθήσεις στην αρχή κι εσύ προς τους μαθητές σου, αν τύχει ως εκπαιδευτικός να έχεις υποστεί τα παραπάνω. Κι όταν λοιπόν ο μαθητής σε ρωτήσει, πάνω σε μια εργασία που του αναθέτεις, «με ποια μέθοδο, με τι τρόπο θα εργαστούμε;», η ίδια απάντηση, «ο καλός μαθητής θα βρει τον τρόπο», θα δείξει ότι εσύ δεν γνωρίζεις τον τρόπο που πρέπει να του συστήσεις, αλλά ότι περιμένεις από εκείνον να σου τον φανερώσει ! Και το πρόβλημα διαιωνίζεται.

Προηγούμενη Σελίδα