image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ








δείτε το αφιέρωμα
συντροφιά
με τους
γεροντάδες μας







ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Κεντρική σελίδα κειμένου | Προηγούμενη Σελίδα
Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Στοχασμοί γύρω από το '21
(23 Μαρτίου 1963)

Ἀπό «Το Εἰκοσιένα» Πανηγυρικοί Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977.


Μέρος Πρώτο

Τὴν ἡμέρα ποὺ ἔλαβα τὴν ἐντολὴ τῆς Συγκλήτου νὰ ἐκφωνήσω τὸν «Πανηγυρικόν» τῆς 25ης Μαρτίου, μιὰ σύμπτωση τὸ θέλησε νἄχω στὰ χέρια μου ἕνα ὡραῖο βιβλίο. Λίγοι Ἕλληνες θὰ τὸ ἔχουν διαβάσει καὶ οἱ περισσότερο, ἀπὸ τοὺς λίγους θὰ τὸ ἔχουν χωρὶς ἄλλο λησμονήσει.

Μιὰ κόρη τοῦ Βορρᾶ ἔφθασε, τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1859, στὴν Ἀθήνα. Εἶχε ἐπισκεφθῆ τὴν Παλαιστίνη κ' ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν μιὰ Σουηδὴ συγγραφεὺς ποὺ τὴν ἔκαμε καὶ παγκόσμια διάσημη μιὰ Ἀγγλίδα συνάδελφός της. Ἡ Mary Howitt, ποιήτρια καὶ ἡ ἴδια, ὅπως καὶ ὁ σύζυγός της William, ἄρχισε ἀπὸ τὸ 1846 νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἔργα τῆς Σουηδῆς στ' ἀγγλικά, καὶ οἱ μεταφράσεις της κρίθηκαν καὶ εἶναι θαυμάσιες. Καὶ μετέφρασε εὐτυχῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄριστα διηγήματα τῆς Σουηδῆς, καὶ τὸ δίτομο ἔργο της ποὺ φέρει τὸν τίτλο: «Ἑλλὰς καὶ οἱ Ἕλληνες», καὶ τὸν ὑπότιτλο: «Ἡ περιγραφὴ μιᾶς χειμερινῆς διαμονῆς καὶ ἑνὸς θερινοῦ ταξιδιοῦ στὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ νησιά της».

Τ' ὄνομα τῆς Σουηδῆς ποὺ ἦρθε στὴ χώρα μας, σὲ ἡλικία πενήντα ὀκτὼ ἐτῶν, πεντέμισυ χρόνια πρὶν πεθάνῃ, εἶναι Fredrika Bremer. Τὸ βράδυ τῆς 9ης Αὐγούστου τὸ πέρασε, ὅπως μᾶς λέει, «στὶς στῆλες τοῦ Ὀλυμπίου Διός, συντροφευμένη ἀπὸ τὸν πρώην ὑπουργὸ τῶν ἐσωτερικῶν Ἀλέξανδρο Ραγκαβῆ —ἕναν χτυπητὰ μικρόσωμον ἄνδρα, ἀσυνήθιστα ὅμως ἐνδιαφέροντα στὴ συζήτηση καὶ εὐχάριστον στοὺς τρόπους, μ' ἕνα ὑψηλὸ μέτωπο, ὡραῖο κεφάλι καὶ λεπτὴ ἔκφραση— καθὼς καὶ μὲ τὴ γυναῖκα του, μιὰν ἀγγλίδα κυρία». Εἶχαν καθήσει καὶ οἱ τρεῖς στὸ κοσμικὸ κέντρο ποὺ λειτουργοῦσε στὶς στῆλες τοῦ Ὀλυμπιείου καί, ἐνῷ ἡ μπάντα τῶν πνευστῶν ἔπαιζε τὰ πιὸ ἀγαπητὰ «μοντέρνα κομμάτια», «ἐδρόσισαν» τὰ χείλη τους «μὲ ἐξαίρετα παγωτά» καὶ ἄρχισαν τὴ συζήτηση. Ὁ μικρόσωμος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρώην ὑπουργὸς μὲ τὸ ὡραῖο κεφάλι (πρώην ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλοτε σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν) μίλησε «γιὰ τὸν ζωηρὸ πατριωτισμὸ πού ἔχουν δείξει οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος», μίλησε γιὰ τὴ μεγάλη πρόοδο ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ σημειώνεται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ὕμνησε τὸν «ἔρωτα τοῦ Ἕλληνος γιὰ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴ μάθηση», εἶπε ὅτι ἡ Ἀθήνα εἶχε ἀρχίσει νὰ γίνεται, ὅπως καὶ ἄλλοτε, στὴν ἀρχαιότητα, τὸ κέντρο τῆς παιδείας ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἀκόμα καὶ ἐκείνων ποὺ ζοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα —θὰ ἐμνημόνευσε ἴσως ὁ Ραγκαβῆς τὴν ὑπερήφανη ρήση τοῦ Περικλέους: «Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἐλλάδος παίδευσιν εἶναι...»— καὶ ὅσο γιὰ τὸν πληθυσμὸ ποὺ εἶχε τότε ἡ Ἀθήνα, ἐθεώρησε ἀναγκαῖο —ὅπως τὸ κάνουμε ὅλοι μας, ὅταν θέλουμε νὰ δώσουμε περισσότερο κῦρος στὴν πόλη ποὺ ἀγαποῦμε— νὰ πῇ ὅτι εἶχε ἤδη ἀνεβῆ στὶς πενήντα περίπου χιλιάδες κατοίκους. Εἶναι ζήτημα, ἂν εἶχε ὑπερβῆ, στὸ 1859, τὶς σαράντα, χιλιάδες.

Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἄκουσε ἡ Fredrika Bremer τὸν Ἄγγλο πρεσβευτὴ Sir Thomas Wyse νὰ τῆς λέη τὰ ἀντίθετα ἀκριβῶς ἀπὸ ὅσα τῆς εἶχε πῆ ὁ Ραγκαβῆς. Κάθε ἀντιπρόσωπος μεγάλου κράτους νομίζει, ὅτι ἐπικυρώνει τὸ μεγαλεῖο ἢ ἁπλῶς τὸ ὑλικὸ μέγεθος τῆς χώρας του, ὅταν ἀνακαλύπτῃ ἐλαττώματα στοὺς μικρούς. Ὁ Sir Thomas δὲν ἀπέφυγε νὰ πέσῃ στὸ λάθος αὐτό. Καὶ εἶπε ὅτι τὸ «αἷμα» τῶν Ἑλλήνων ἔχει «τὴν τάση ν' ἀνεβαίνῃ στὸ κεφάλι τους». Δὲν σκέφθηκε, ὅτι, ὅταν τὸ αἷμα ἑνὸς λαοῦ ἔχῃ τὴν τάση νὰ ποτίζῃ, ὅπως τὸ ἑλληνικό, τὴ γῆ του, ἔχει τὸ δικαίωμα ν' ἀνεβαίνῃ καὶ στὸ κεφάλι. Καὶ πρόσθεσε: «ὁ καθένας ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ γράμματα• ὁ καθένας ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ πολιτικὸς (astatesman or a politician)• κανένας δὲν θέλει νὰ ζήσῃ ὡς ἁπλός, ἐργατικὸς κάτοικος τῆς ὑπαίθρου». Χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἡ εὐγενικὴ Σουηδή, πόσο ἄσχημα εἶχε συμπεριφερθῆ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ὁ Sir Thomas στὸν ἀποκλεισμὸ τοῦ 1850 καὶ στὴ μεγάλη περιπέτεια τῆς κατοχῆς τοῦ Πειραιῶς (1854-1857) ἔδωσε τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ χρειαζόταν: «Δὲν συνέβαινε, τάχα, πάντοτε τὸ ἴδιο μὲ τὸν λαὸ τῆς Παλλάδος Ἀθηνᾶς, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ ἀρχαίους χρόνους;»

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ἡ Fredrika Bremer, ὀκτὼ ἡμερες μετὰ τὴν ἄφιξή της στὴν Ἑλλάδα, στὸν Sir Thomas ποὺ εἶχε ζήσει ἤδη πολλὰ χρόνια σ' αὐτὸν τὸν τόπο καὶ πού, μολονότι δὲν κατάφερε ποτὲ νὰ μάθῃ τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι οἱ Ἕλληνες, ἔγραψε κι αὐτὸς τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὴ χώρα μας καὶ τὸν λαό της. Κι ἂν ἀκόμα εἶχε καταδεχθῆ ὁ Sir Thomas ν' ἀκούσῃ νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ τὸ μοναδικὸ στὴν παγκόσμια ἱστορία φαινόμενο τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ», δὲν θὰ κατάλαβε τίποτε. Τὰ τέκνα τῶν ἰσχυρῶν καὶ πλούσιων λαῶν πρέπει νἄναι ποιηταί, ὅπως ὁ Shelley, ὁ Byron καὶ ὁ Canning, γιὰ νὰ καταλάβουν τὴν ποίηση ποὺ ὑπάρχει στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.

Ἡ Fredrika Bremer, μὲ τὴ βαθειά της διαίσθηση καὶ τὴν ἔξοχη ματιά της ποὺ ἀνακάλυπτε ἀμέσως τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ὡραῖο, προτίμησε νὰ πιστέψη τὸν Ἀλέξανδρο Ραγκαβῆ, παρὰ τὸν Sir Thomas. Ὁ Ραγκαβῆς τῆς εἶπε, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ «φτωχὰ παιδιά» τῆς ἐπαρχίας ποὺ ἔρχονται στὴν Ἀθήνα καὶ ἐργάζονται ἀκόμα καὶ «ὡς ὑπηρέτες» γιὰ νἄχουν «τὴν εὐκαιρία νὰ φοιτοῦν ταυτόχρονα στὰ σχολεῖα της».

Ὑπῆρχαν, βέβαια, καὶ Ἕλληνες —οἱ ἔξυπνοι— ποὺ ἀσκοῦσαν κι αὐτοὶ τὴν κριτική τους, μιὰ κριτικὴ ποὺ δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὶς σκέψεις τοῦ Sir Thomas. Στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1859 παρευρέθηκε ἡ Fredrika Bremer στὴν ὡραία τελετὴ ποὺ ἔγινε, ὅταν ὁ βασιλεὺς Ὄθων ἔθεσε τὸν θεμέλιο λίθο αὐτοῦ τοῦ οἴκου, τῆς Ἀκαδημίας μας. Τὴν ἲδια ἡμέρα ἄκουσε ἕναν Ἕλληνα νὰ κατακρίνῃ γαλλιστὶ τὴ χειρονομία τοῦ βαρώνου Σίνα καὶ νὰ λέῃ ὅτι μοιάζει «σὰ νὰ δίνουμε σὲ μιὰ φτωχὴ γυναῖκα ἕνα κρινολῖνο πρὶν ἀκόμα τὴν ἐφοδιάσουμε μὲ ἐσώρρουχα».

Ἀλλὰ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦταν ποτὲ —ποτέ, σὲ καμμιὰν ὥρα τῆς ζωῆς της —μιὰ «φτωχὴ γυναῖκα». Ἡ Ἑλλὰς ἦταν πάντοτε, ἀκόμα καὶ στὶς σκοτεινότερες ὧρες τῆς ἱστορίας της, μιὰ παρθένος νέα καὶ πλούσια σὲ ὀμορφιά, σὲ ψυχή, σὲ ἀλύγιστη κορμοστασιά. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν στὴν Ἑλλάδα ἀδιάκοπη• καὶ ἡ παρουσία αὐτὴ εἶναι πνεῦμα. «Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω» τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅταν ἀκόμα ἡ «ἔρημη» γῆ της ἦταν μιὰ «ὁλόμαυρη ράχη».

Μιὰν ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ὀκτωβρίου, γνώρισε ἡ Fredrika —σ' ἕνα γεῦμα ποὺ παρέθεσε γι' αὐτὴν ἡ βασίλισσα Ἀμαλία— τὸν ἰδιαίτερο γραμματέα τοῦ Ὄθωνος, ἕνα Βαυαρὸ ποὺ ἐκέρδισε, ὅπως μᾶς λέει, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὴν ἐμπιστοσύνη της. Ἡ Βαυαρία ἦταν, τότε, ἕνα σχετικὰ μικρὸ κράτος. Ἔτσι, ὁ εὐγενικὸς αὐτὸς Βαυαρός, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ἐθνικὴ ἀλαζονεία, εἶχε ἀνεβῆ στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μπορῇ νἄναι κανεὶς ὑπερήφανος γιὰ ἕναν ἄλλο λαό. Ὅταν συναντήθηκε πάλι μὲ τὴν Fredrika, τῆς διηγήθηκε σὲ ποιὰ κατάσταση γύμνιας καὶ ἐρειπίων βρῆκε τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἔφθασε στὴ χώρα μας μὲ τὸν νεαρὸ βασιλέα Ὄθωνα. Καὶ τῆς εἶπε: «Οἱ Γερμανοὶ ποὺ συνόδευσαν τὸν βασιλέα ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ζοῦν σ' ἕνα σπίτι ποὺ δὲν τοὺς ἐπροστάτευε οὔτε ἀπὸ τὴ βροχή, οὔτε ἀπὸ τὸν βοριά. Ἀλλὰ καὶ κανένας Ἕλλην δὲν εἶχε τίποτε καλύτερο. Αὐτὸς εἶν' ἕνας λόγος παραπάνω πού μᾶς ἐπιβάλλει νὰ θαυμάσουμε τὴν ἐπίμονη πολεμικὴ δραστηριότητα τοῦ ἔθνους αὐτοῦ κατὰ τῶν Τούρκων, τὸ θάρρος καὶ τὴν ὑπομονὴ ποὺ χρειάστηκε γιὰ νὰ ἀνθέξῃ σὲ κάθε λογῆς στέρηση, στὴν πεῖνα, προτιμώντας νὰ ζῇ σὲ σπηλιὲς καὶ νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ τὴ στέρηση ὅλων τῶν εἰδῶν παρὰ νὰ ὑποκύψῃ στὸν προαιώνιο ἐχθρό. Ἡ ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου —ἡ μάχη ποὺ ἔδωσαν τὰ φιλελληνικὰ ἔθνη— εἶναι, βέβαια, ἐκείνη ποὺ ἦταν τελικὰ ἀποφασιστικὴ γιὰ τὴν τύχη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ νέα Ἑλλάς, χωρὶς τὴ ναυμαχία αὐτή, δὲν θάταν σὲ θέση νὰ κερδίσῃ τὴν ἐλευθερία της, ἀλλὰ ἐξαγόρασε τίμια τὴν ἐλευθερία αὐτὴ μὲ τὶς πράξεις τῶν υἱῶν καὶ θυγατέρων της ποὺ ἐθυσίασαν κάθε τι ποὺ διατιμᾶται ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς• εἰρήνη, ἰδιοκτησία, ὑγεία, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Τὴν ὥρα τῆς εἰρήνης οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἥρωες τοῦ πολέμου τῆς ἀνεξαρτησίας εἶχαν πέσει στὴ γῆ ποὺ εἶχαν σώσει, καὶ ἡ γῆ αὐτὴ ἦταν μιὰ ἔρημος, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἐγέρθηκε —ὅταν ἐγέρθηκε ὡς ἐλεύθερο κράτος ἀνάμεσα στὰ ἐλεύθερα κράτη τοῦ κόσμου»!

Καὶ ἡ Fredrika Bremer γράφει στὸ βιβλίο της, ὅτι ἡ «καρδιά» της συμφώνησε μὲ τοὺς λόγους ποὺ ἄκουσε. Καὶ προσθέτει: «Αἰσθάνθηκα τὴν ἀλήθεια τους. Καί, ὕστερα, ρίξαμε τὴ ματιά μας στὰ δενδρύλλια ποὺ μεγάλωναν γύρω μας καὶ στὴ νέα Ἀθήνα ποὺ ἄστραφτε στὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, μὲ τὰ κομψά της σπίτια καὶ τὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ ἐκτείνονται ἀνάμεσα στὴν Ἀκρόπολη καὶ τὸ Λυκαβηττό. Ἔτσι μετεμόρφωσαν ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εἰρήνη τὴ σκηνὴ στὸ διάστημα τριάντα ἐτῶν».


Καὶ ἂς πᾶμε, τώρα, τριάντα ἢ μᾶλλον τριανταοκτὼ χρόνια πίσω.

Ἕνας Γάλλος ξεκινοῦσε, στὶς 18 Ἰουλίου τοῦ 1821, ἀπὸ τὴ Μασσαλία. Τ’ ὄνομά του ἦταν Maxime Raybaud. Εἶχε μπῆ στὸ γαλλικὸ στρατὸ στὰ τέλη τοῦ 1813, κ' ἔτσι —ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος στὰ ἀπομνημονεύματά του ποὺ δημοσιεύθηκαν στὸ Παρίσι, σὲ δυὸ τόμους, στὸ ἔτος 1824 — δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ παρευρεθῇ παρὰ μόνο στὰ τελευταῖα πολεμικὰ ἀτυχήματα τῆς Ναπολεοντείου Γαλλίας. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820 εἶχε περιληφθῆ στὸν ἀριθμὸ τῶν ἀξιωματικῶν ποὺ τοὺς ἔπληξε ὁ περιορισμὸς τῶν στελεχῶν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ. Λίγο ἀργότερα ἔφθασαν στ' αὐτιά του τὰ νέα ἀπὸ τὴν Μολδαυία καὶ τὴν Βλαχία. Καὶ γράφει: «...ἂν καὶ ὑπέφερα ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἶχα περισσότερα ἔτη ὑπηρεσίας παρὰ μῆνες ἐκστρατείας, περιορίσθηκα ν' ἀναπέμπω εὐχὲς γιὰ ἕνα λαὸ καταπιεσμένο καὶ δυστυχισμένο• ἀλλὰ ἔμαθα τότε —καὶ ἐσκίρτησα— ὅτι ἡ Ἑλλὰς τινάζει τὰ δεσμά της». Καὶ ἔσπευσε ὁ Γάλλος ἀξιωματικὸς ποὺ ἦταν μόλις εἰκοσιπέντε ἐτῶν νὰ κατευθυνθῇ στὴ Μασσαλία γιὰ νὰ βρῇ τρόπο νὰ φθάσῃ στὴν Ἑλλάδα.

Τὸ φαινόμενο —καὶ δὲν ἦταν τότε μοναδικὸ— εἶχε μέσα του κάτι ποὺ ἐγγίζει τὰ ὅρια τοῦ μυστηρίου, τοῦ θρησκευτικοῦ μυστηρίου. Ἡ Ἱερὰ Συμμαχία ἦταν πανίσχυρη στὶς ἀρνήσεις της. Ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Ρωσίας εἶχε πέσει στὴν ἐπιρροὴ τοῦ Metternich, ποὺ φρονοῦσε εἰλικρινῶς, ὅτι «οἱ λαοὶ εἶναι παιδιὰ ἢ νευρικὲς γυναῖκες καὶ πιστεύουν στὰ φαντάσματα». Φάντασμα ἦταν γιὰ τὸν Metternich ἡ ἐλευθερία, καὶ ἦταν εὐτυχής, ὅταν διεπίστωσε, ὅτι τὸν Καποδίστρια εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν βλέπῃ ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσίας «ὡς ἀρχηγὸ καρβονάρων». Ό Maxime Raybaud προτίμησε ν' ἀνήκῃ στοὺς «καρβονάρους» ποὺ τὸ συνέδριο τοῦ Λάϊμπαχ (τῆς Λιουμπλιάνας) εἶχε θέσει ἐκτὸς νόμου λίγους μῆνες πρὶν (τὸ συνέδριο ἄρχισε στὶς 26 Ἰανουαρίου καὶ ἔκλεισε στὶς 12 Μαΐου τοῦ 1821) παρὰ νὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς Ἑλλάδος. Λίγοι ἦταν, ἄλλωστε, οἱ Γάλλοι ποὺ ἔμειναν ἀσυγκίνητοι. Εἶχε ἀρχίσει στὴ Γαλλία νὰ πνέῃ ὁ ἄνεμος τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου ρωμαντισμοῦ ποὺ τὸν ἐτροφοδότησε ὁ μέγας μῦθος τοῦ Ναπολέοντος.

Ὁ Maxime Raybaud ξεκίνησε γιὰ τὴ Μασσαλία, χωρὶς νὰ ξέρῃ τί θἄβρισκε μπροστά του, μὲ τί μέσον θὰ πήγαινε στὴν Ἑλλάδα, ἂν ἦταν ἐπιθυμητὸς ἢ ὄχι ἐκεῖ κάτω, σὲ ποιὸ λιμάνι θ’ ἀποβιβαζόταν, τί φυσιογνωμίες θὰ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ συναντοῦσε, τί ὅπλα θὰ κρατοῦσαν στὰ χέρια τους καὶ σὲ ποιὰ γλῶσσα θὰ τοὺς ἐξηγοῦσε, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἦταν νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Ξεκίνησε βέβαιος ὅτι ὁ Θεὸς ὁδηγοῦσε τὰ βήματά του. Τὸν Μάρτιο τοῦ 1821, ἔπεισε ὁ Metternich τὸν Ἀλέξανδρο τῆς Ρωσίας νὰ πρωτοστατήσῃ σὲ μιὰν ἄμεση ἐνέργεια, μὲ ρωσικὰ στρατεύματα, στὸ Πεδεμόντιο, ὅπου ὁ κόμης Σανταρόζα —ὁ θαυμάσιος Ἰταλὸς πού, στὸ 1825, ἔπεσε μαζὶ μὲ τὸν Ἀναγνωσταρᾶ, στὴ Σφακτηρία— εἶχε ὑψώσει, τὶς ἴδιες περίπου ἡμέρες ποὺ ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης εἶχε εἰσβάλει στὶς παρίστριες ἡγεμονίες, τὴ σημαία τῆς ἐλευθερίας. Καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσίας —ὁ Καποδίστριας θὰ παρακολούθησε τὴ σκηνὴ μελαγχολικός— ἀπάντησε, ὅπως διηγεῖται ὁ Friedrich von Gentz, σὲ ὅσους ἔσπευσαν νὰ τὸν συγχαροῦν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὸν θαυμασμό τους: «Ὄχι σὲ μένα, ἄλλα στὸν Θεὸ πρέπει ν' ἀπευθύνετε τοὺς λόγους σας». Ἕνας ἄλλος, ὁ καρδινάλιος Σπίνα, εἶχε διατυπώσει δυὸ μῆνες πρίν, ὅταν τὸν ἐκάλεσαν στὸ Λάϊμπαχ οἱ ἡγέτες τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας γιὰ νὰ τοῦ ποῦν νά συμβάλῃ ὁ Πάπας Πῖος «ἕβδομος στὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας τῆς Νεαπόλεως, μιὰ βαρυσήμαντη φράση. Εἶπε ὅτι ὁ Πάπας, «ὡς παρατηρητὴς τοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης», ἦταν ὑποχρεωμένος ν’αποφύγῃ τὴν ἐμπλοκή του σὲ πολεμικὲς ἐνέργειες.

Ἔχουμε, λοιπόν, τρεῖς φάσεις τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νἄναι καὶ οἱ τρεῖς ἀληθινές. Ποῦ βρισκόταν, τὴν ὥρα ἐκείνη, ὁ ἀληθινὸς Θεός; Ἡ ἱστορία ἔδειξε —καὶ ἡ ἱστορία εἶναι «ἡ πορεία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στὰ ἔθνη», ὅπως ἔλεγε ὁ Herder— ὅτι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1821, καθοδηγοῦσε ὁ Θεὸς τὰ βήματα τοῦ Maxime Raybaud.


Ὅταν ἔφθασε ὁ Raybaud στὴ Μασσαλία, εἶχε σκοπὸ νὰ κατευθυνθῇ στὸ Λιβόρνο γιὰ ν' ἀναζητήσῃ ἐκεῖ καράβι ποὺ θὰ πήγαινε στὴν Πελοπόννησο. Ἀλλά, στὶς 10 Ἰουλίου, εἶδε νὰ μπαίνῃ στὸ λιμάνι τῆς Μασσαλίας ἕνα ὑδραίϊκο μπρίκι. Τὸ μπρίκι αὐτὸ εἶχε φορτώσει ὅπλα καὶ πολεμοφόδια στὴν Ἰταλία καὶ ἐπρόκειτο νὰ παραλάβῃ κι ἄλλα στὴ Γαλλία. Τὸ εἶχε ναυλώσει ἕνας Ἕλλην πού, ἂν καὶ ἦταν μόλις τριάντα ἐτῶν, εἶχε ἤδη ἀποκτήσει ὄνομα. Εἶχε παραλάβει τ' ὄνομά του καὶ ἀπὸ ἄλλους σπουδαίους Ἕλληνες. Ὅταν ἄκουσε — καὶ βρισκόταν στὴν Πίζα μαζὶ μὲ τὸν ἔξοχο μητροπολίτη Ἰγνάτιο — ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπανεστάτησε, ὅτι στὴν Πάτρα καὶ στὰ Καλάβρυτα μὲ ἱερὰ ὁρμητήρια τὰ μοναστήρια τοῦ Ὀμπλοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Λαύρας, ἀλλὰ καὶ στὴ Γορτυνία καὶ στὴ Μάνη καὶ στὴν Καλαμάτα, εἶχε ἐγερθῆ τὸ Γένος, ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξεκίνησε. Τὸ δρᾶμα τοῦ Δραγατσανίου, πρόσφατο καὶ ζεστό, δὲν τὸν ἔκαμε σκεπτικό• τὸν ἔκαμε, ἀντίθετα, ἀποφασιστικώτερο. Δὲν τοῦ ἄρεσε, ἄλλωστε, ὅτι ὁ Ὑψηλάντης εἶχε ἀναλάβει τὴν ἡγεσία. Ὁ Maxime Raybaud ἔμαθε, ὅτι ὁ Ἕλλην αὐτὸς —ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος— ἦταν στὴ Μασσαλία. Καὶ ζήτησε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του. «Μὲ δέχθηκε», γράφει ὁ πρώην ἀξιωματικός τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, «μὲ τὴν ἄνετη ἐκείνη εὐγένεια ποὺ διακρίνει l’ homme du monde, μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἐγκαρδιότητα ποὺ ἔχει τόση γοητεία γιὰ ὅποιον ὑπῆρξε στρατιώτης... Ἐκφράζεται στὴ γαλλικὴ μὲ χάρη καὶ εὐκολία, καὶ ἔκτοτε εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ διαπιστώσω, ὅτι ὑπάρχουν μόνο λίγες γλῶσσες, ἀπ' ὅσες μιλοῦνται στὴν Εὐρώπη ἢ στὴν Ἀνατολή, ποὺ νὰ μὴν τὶς κατέχῃ περίπου στὸν αὐτὸ βαθμό».


Σκέφθηκε ποτὲ ὁ Sir Thomas Wyse, καὶ σκέφθηκαν, τάχα, ὅσοι ἀντιπρόσωποι μεγάλων κρατῶν, ἀπὸ τότε ἕως ἀκόμα καὶ σήμερα, κάνουν τὸ δάσκαλο στοὺς Ἕλληνες, τί ἐσήμαινε τὸ φαινόμενο πού εἶδε ὁ Maxime Raybaud ἐνσαρκωμένο στὸν Ἀλέξανδρο Μαυροκορδᾶτο;

Εἶχαν περάσει σχεδὸν τετρακόσια χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ οἱ ἑλληνικὲς χῶρες εἶχαν πέσει στὸ σκοτεινότερο καθεστώς δουλείας. Τετρακόσια χρόνια εἶναι ἱκανά νὰ σβήσουν λαούς. Εἶναι, πάντως, ἱκανὰ —ὅταν ὁ κατακτητής, παρά τὶς ἀνθρώπινες ὰρετές του ἀσιατικοῦ τύπου, εἶναι ἀπόλυτα ξένος πρὸς τὸ νόημα τῆς παιδείας, ὅπως γεννήθηκε στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπεκράτησε στὴν Εὐρώπη— νὰ μαράνουν τὸν ὑπόδουλο λαὸ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ χάσῃ τὴ συνείδηση τῆς ἱστορικῆς ἀποστολῆς του, ἀκόμα καὶ τὴ μνήμη του. Αὐτό, ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ συμβῇ μὲ τοὺς Ἕλληνες. Καὶ δὲν συνέβη. Οἱ Ἕλληνες κατάφεραν κάτι πού εἶναι μοναδικό στὴν παγκόσμια ἱστορία καὶ ποὺ κάνει περιττὴ κάθε ἄλλη προσπάθεια ν' ἀποκρουσθῇ ἡ ἀνόητη ἀμφισβήτηση τοῦ γεγονότος, ὅτι, κάτω ἀπὸ τὸν γαλάζιο οὐρανό μας, ἐξακολουθοῦσε νὰ ζῇ στὸ 1821 ὁ ἴδιος λαός πού ἐχάρισε σ' ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη τὴν ἰδέα τῆς παιδείας. Ὁ μόνος λαὸς ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ χάσῃ τὴν παιδεία του εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐφεῦρε τὴν παιδεία. Καὶ μόνον ὁ λαὸς ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα του ἔμφυτη τὴν ἰδέα τῆς παιδείας μπορεῖ, ὕστερ' ἀπὸ τετρακόσια χρόνια δουλείας, νὰ ἐπιτρέπῃ σὲ ὁρισμένα τέκνα του νὰ εἶναι ἄτομα, προσωπικότητες, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος ποὺ μὲ ἔκπληξη τὸν εἶδε μπροστά του στὴ Μασσαλία ὁ Maxime Raybaud, ὅπως ὁ Καποδίστριας, ὑπουργὸς τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Ρωσίας, ὅπως ὁ σοφὸς τῶν Παρισίων Ἀδαμάντιος Κοραῆς ποὺ τὶς κριτικὲς παρατηρήσεις του σὲ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ κείμενα ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερα να τὶς προσέχουν καὶ νὰ τὶς μνημονεύουν οἱ κριτικοὶ τῶν κειμένων αὐτῶν, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης πού εἶχε χάσει τὸ χέρι του πολεμώντας τὸν Ναπολέοντα καὶ ἔγινε ὑπασπιστὴς τοῦ Τσάρου καὶ στρατηγὸς τοῦ ρωσικοῦ στρατοῦ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅπως τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι ποὺ εἶχαν πλημμυρίσει τὴν Ἰταλία, τὴ Γαλλία, τὴν Αὐστρία καὶ τὴ Ρωσία ὡς δαιμόνιοι ἐργάτες τῶν γραμμάτων καὶ τοῦ ἐμπορίου, καθοδηγημένοι ἀπὸ τὴν Ἀθηνᾶ καὶ τὸν Ἑρμῆ.

Ὁ Wilhelm Schwarz —στὸ ἐξαίρετο βιβλίο του «Ἡ Ἱερὰ Συμμαχία» ποὺ βγῆκε στὸ 1935 —γράφει: «Ὁλόκληρη ἡ βαλκανικὴ χερσόνησος ἦταν» (στὸ 1821) «οὐσιαστικὰ ἑλληνική» καὶ μάλιστα ἀπὸ κάθε ἄποψη, ἀπὸ ἄποψη «πολιτιστική, οἰκονομική, θρησκευτικὴ καὶ διοικητική». Ἀφοῦ ὁ κατακτητὴς ἦταν ἀνίκανος νὰ ἐμποδίσῃ καὶ εἶχε μάλιστα τὴν ἀσιατικὴ σοφία νὰ εὐνοήσῃ τὴν ἐξέλιξη αὐτὴ τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνικοῦ Γένους, πῶς δὲν κατάφεραν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴ στάση αὐτὴ τῶν Τούρκων οἱ ἄλλοι ὑπόδουλοι λαοί; Πῶς δὲν τὸ κατάφεραν οἱ Σέρβοι ἢ οἱ Βούλγαροι, λαοὶ γενναῖοι καὶ φυλετικὰ ἰσχυροὶ ποὺ εἶχαν μάταια διεκδικήσει ἄλλοτε κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν πορφύρα τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων; Πῶς συνέβη, ὥστε καὶ σ' αὐτὴ τὴ Ρουμανία, ὅπου ζοῦσε λαὸς μὲ κάποια λατινικὴ παράδοση ἢ καὶ καταγωγή, νὰ ἐγκατασταθοῦν ἡγεμόνες Ἕλληνες καὶ νὰ ἱδρύσουν σχολεῖα ἑλληνικά, ἀκόμα καὶ τὴν Ἀκαδημία τοῦ Ἰασίου, ἕνα σπουδαῖο πανεπιστήμιο μὲ σχολὲς Φιλολογίας, Μαθηματικῶν, Φυσικῶν καὶ Θεολογίας; Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ Ἀλβανοὶ πού, ὡς ἀπόγονοι τῶν Ἰλλυριῶν, εἶχαν συγγένεια μὲ τοὺς Ἕλληνες, ἔδειξαν πνευματικὴ πρωτοβουλία καὶ ἠθικὴ ἀρετὴ μόνον ὡς λαϊκὸ στοιχεῖο ποὺ διασταυρώθηκε ἢ καὶ συγχωνεύθηκε μὲ τὸ ἑλληνικὸ Γένος.


Ἡ καλή μας φίλη Fredrika Bremer σταμάτησε ἰδιαίτερα στὸ καταπληκτικὸ φαινόμενο ποὺ παρουσίασε τὸ ἑλληνικὸ Γένος στοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας, ἕνα φαινόμενο ποὺ τὸ ζωντάνεψε καὶ τὸ ἀνέβασε στὸ φῶς, ὅπου καὶ ἀνήκει, ὁ Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης μὲ τὸ ἔργο του «οἱ Μαυρόλυκοι». Καὶ γράφει ἡ Σουηδὴ φίλη μας, ὅτι «φύσεις ἀπὸ καταγωγὴ εὐγενικές, εἴτε ἄτομα εἶναι, εἴτε ἔθνη, μπορεῖ νὰ πέσουν βαθειά, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ καταστραφοῦν. Ὁ μέγας δάσκαλος, ἡ ἀτυχία..., ἐνεργεῖ ἐπάνω στὶς τέτοιες φύσεις σὰ μιὰ δύναμη ἀναγεννητική...». Καὶ προσθέτει ἡ Fredrika, ὅτι μεσ' στὴ μαύρη ἀκριβῶς νύχτα τῆς κακῆς τύχης, τῆς κυριαρχίας τῶν Τούρκων ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα ποὺ ἔπιασε τετρακόσια σχεδὸν χρόνια, διακρίνουμε τὴν παρουσία «τοῦ πνεύματος ποὺ ἀγαπάει τὸ φῶς»• ἔτσι βεβαιώθηκε «ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ».

Τὸν Ρήγα καὶ τὸν Κοραῆ ξεχωρίζει ἡ Σουηδὴ φίλη μας ὡς τοὺς δυὸ Ἕλληνες πού, στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ' αἰῶνα, πρόβαλαν ὡς οἱ ἡγέτες τοῦ Γένους, ὁ ἕνας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας του καὶ ὁ ἄλλος τῆς πνευματικῆς. Ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ ἐπισημαίνει κάτι πολὺ σημαντικώτερο. Πέρ' ἀπὸ τὸ φαινόμενο τῶν Ἑλλήνων ποὺ ὡς ἄτομα, ὡς ξεχωριστὲς προσωπικότητες, κατάφεραν νὰ μορφωθοῦν καὶ νὰ διακριθοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα —πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς ἐπέστρεφαν, ὅπως λέει, στὴν ὑπόδουλη πατρίδα τους— σημειώθηκε κάτι ἄλλο ποὺ μὲ τὴν ποιητική της διαίσθηση τὸ πρόσεξε καὶ τὄχει θαυμάσια ἐπισημάνει.


Κεντρική σελίδα κειμένου | Προηγούμενη Σελίδα