Μέγας Φαράντος - Ορθοδόξως και αιρετικώς θεολογείν κατά Γρηγόριον Νύσσης
image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ





ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Προηγούμενη Σελίδα
Μέγας Φαράντος

Ορθοδόξως και αιρετικώς θεολογείν κατά Γρηγόριον Νύσσης

Ανάτυπον εκ του περιοδικού «ΘΕΟΛΟΓΙΑ» (τόμ. Ο' [1999], τεύχος Β'-Γ', σελ. 253-273)


[Περίληψις της παρούσης παρουσιάσθη εις το συνέδριον περί του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, εν Αθήναις (27.9.1994). Αι παραπομπαί εις τα έργα Γρηγορίου Νύσσης γίνονται εκ της εκδόσεως W. Jaeger, υπό τας ακολούθους συντμήσεις: 1 (=Ι, 1960), 2 (=ΙΙ, 1960), 3 (=ΙΙΙ,1, 1958), 4 (=VΙΙ, 1, 1964), 5 (=VΙΙΙ,1).]

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης πρεσβεύει μίαν εμπειρικήν θεολογίαν, ως την αντιστοιχίαν και νοητικήν έκφρασιν και διατύπωσιν της εις Θεόν πιστευούσης υπάρξεως, την οποίαν ορίζει με τα γνωρίσματα της θείας Αποκαλύψεως, ήτοι θεοκεντρικώς, ως «το καταξιωθήναι τον Θεόν ιδείν» (5:343), χριστοκεντρικώς, ως «το γνώναι, τι σημαίνει το του Χριστού όνομα, ω χρη και τον ημέτερον συμμορφωθήναι βίον» (5:181), αφού «χαρακτήρες του όντως Χριστιανού πάντα εκείνά εστιν, όσα ,περί τον Χριστόν εννοούμεν» (5:178), πνευματοκεντρικώς και εκκλησιοκεντρικώς, νοουμένων των χριστιανικών χαρακτήρων ως «καρπών της του Πνεύματος χάριτος» (5:83 εξ.), και ουχί ως προσωπικών κατορθωμάτων, διά της συμμετοχής εις τα Μυστήρια της Εκκλησίας, ούσης το Σώμα Χριστού, και κυρίως εις το της θείας Ευχαριστίας, ήτις «αληθώς εστι Σαρξ και Αίμα Χριστού» (5:191). Ο Άγιος αναφέρεται και εις το παλαιο-χριστιανικόν δόγμα, καθ' ο εκτός της Εκκλησίας είναι αδύνατος η σωτηρία, λέγων: «Ει τις του Σώματος εστιν εκτός, ούτος πάντως και προς τήν Κεφαλήν αλλοτρίως έχει» (5:197).

-Εις τα «αντικειμενικά» ταύτα, τρόπον τινά, γνωρίσματα της γνησίας Χριστιανικής υπάρξεως προσθέτει ο Άγιος και τα «υποκειμενικά», τα οποία ορίζει, αρνητικώς μεν, ως το καθαρεύειν από πάσης κακίας: «τούτο δε εστι, το διά πάντων καθαρεύσαι δειν τον μέλλοντα προσβαίνειν τη των νοητών θεωρία, ως και ψυχή και σώματι... και διανοία... καθαρόν είναι και ακηλίδωτον» (4:82-83), θετικώς δε, ως πραγμάτωσιν «δι’όλου» του βίου «πάντων των κατά Χριστόν νοουμένων αγαθών»· «άρτιον» θέλει η Γραφή «τον του Θεού άνθρωπον» (5:178 εξ.). Ο Άγιος αρνείται να διαχωρίσει τας αρετάς εις «κρείττονας» και «δευτέρας» και λέγει, ότι πάσαι αι Χριστιανικαί «αρεταί» «αλλήλων ομοτίμως έχονται και δι’ αλλήλων επί την κορυφήν τους χρωμένους ανάγουσιν» (5:77). Βασικήν του θέσιν αποτελεί η άποψις, ότι το «μέρος», το «φαινόμενον», εκφράζει, τρόπον τινά, το «καθ’αυτό», την «ουσίαν». Ο Χριστιανός «συνιστά οιονεί «κάτοπτρον», απαστράπτον εν εαυτώ τας θείας ακτίνας, και «λύχνον», προφαίνοντα τοις κατά Θεόν πορευομένοις». Δεν δύναται, λοιπόν, να ζει έχων δύο φρονήματα, το του Θεού και του κόσμου. Τους ούτω ζώντας παρομοιάζει ο Άγιος προς τα μυθικά εκείνα τέρατα των «Βουκεφάλων» και των «Ιπποκενταύρων», όντα «διφυή, εκ λογικού τε και αλόγου» (5:178 εξ.). Βασική του θέσις είναι: «ων ο λόγος ο αυτός, τούτων πάντως ουδέ η φύσις διάφορος», αφού πάσα «αρχή» «ουκ αλλοτρίως προς τα μεθ' εαυτήν έχει» (2:63· 5:207).

-Ο Γρηγόριος θέτει εις θαυμασίαν αντιστοιχίαν την «υπερβατικότητα» της Χριστιανικής και, ακολούθως, θεολογούσης υπάρξεως προς την «υπερβατικότητα» του Θεού, την οποίαν κατανοεί με καθαρώς αγιογραφικά κριτήρια. Εις αντίθεσιν προς τον Νεοπλατωνικόν μονισμόν, αλλά και προς τον μεσαιωνικόν Supra-Naturalismus, ένθα κατανοείται η «απόστασις» Θεού και κόσμου «τοπικώς», ήτοι ως μακράν και επέκεινα, -όπως είναι γνωστόν, συμφώνως προς το κοσμοείδωλον του Δυτικού Μεσαίωνος, ο Θεός κατώκει εις τον Ουρανόν των Ουρανών, ενώ τα επί Γης πάντα είχεν αναθέσει εις τον «αντιπρόσωπόν» του, τον Πάπαν-, παρέχει ο Γρηγόριος μίαν μοναδικήν κατανόησιν της θείας «υπερβατικότητος». Αποστρεφόμενος τον Dualismus, απορρίπτει «την τοπικήν απόστασιν» του Θεού εκ του κόσμου, λέγων ότι δεν θα πρέπει να εννοείται «το στοιχείον του Ουρανού καθάπερ τι κεχωρισμένον ενδιαίτημα Θεού»· «η απόστασις» δεν είναι «τοπική». Περαιτέρω δε προχωρεί ούτος εις εν είδος Μονισμού, όστις τον φέρει εγγύς του Πανθεϊσμού, -αι θέσεις του απήχουν αντιστοίχους εκφράσεις εκ του Νεοπλατωνισμού, αλλά και των νεωτέρων: Brunο, Spinοza, Hege1 κ.λπ. Αναφέρει περί του Θεού: «το Θείον, κατά το ίσον εν πάσίν εστι, και δια πάσης ωσαύτως διήκει της κτίσεως, και ουδέν αν χωρισθέν του Όντος εν τω είναι μένοι, αλλ’ομοτίμως εκάστου των όντων η θεία Φύσις εφάπτεται, πάντα τη περιεκτική δυνάμει εντός εαυτής περιείργουσα». Την οντολογικήν διαφοράν Θεού και κόσμου δεν αντιμετωπίζει ο Άγιος εις το δίλημμα Dualismus ή Mοnismus, αλλά, εκτός της τριαδικής υποστατικότητος, εις την αγιογραφικήν έννοιαν της καθαρότητος ή αγιότητος, ήτις αποδίδεται, εις το απόλυτον, εις τον Θεόν, διά της εικόνος, ότι κατοικεί εις τον Ουρανόν: «το μη αφωρίσθαι κατ’εξαίρετον τω Θεώ την ουράνιον οίκησιν». Και αλλαχού αναφέρει, ότι το «καταβαίνειν το Θείον... μη τοπικώς, αλλά συγκατάβασιν» εννοεί (3:143). Εκ τούτων δε συνάγει και τας ακολουθίας περί του «υπερβατικού» χαρακτήρος της Χριστιανικής υπάρξεως, ουχί ως φυγής τινος εκ του κόσμου: προς τα Άνω, προς τα Έσω, προς την Έρημον κ.λπ., ή εκ τινων των εν αυτώ αγαθών, αλλ’ως «των γηίνων παθών καθαρεύειν»: «το καθαρεύειν κακίας η Άνω λήξις» (5:138 εξ.).

-Την Χριστιανικήν ταύτην ύπαρξιν θεωρεί ο Γρηγόριος ως την αναγκαίαν προϋπό-θεσιν του ορθώς θεολογείν. Όπως ελέχθη, η θεολογία, κατά τον Γρηγόριον, έχει εμπειρικόν χαρακτήρα, ούσα νοητική, συστηματική, έκφρασις και διατύπωσις του πιστευομένου και, εκφεύγουσα, ως εκ τούτου, των ακροτήτων του θεολογικού Ratiοnalismus ή Pietismus ή Ιrratiοnalismus κλπ. Αύτη, ούσα «διδασκαλία,... ως επιζήτησις Θεού», ομολογεί «έργω και ουχί ρήματι του Αγιασμού την δύναμιν», «τοις έργοις προ των λόγων», ή μάλλον: «του βίου τοις λόγοις συμ-φθεγγομένου» (5:173· 185).

- Η γνωστική προσέγγισις του Θεού γίνεται μόνον δι’εξομοιώσεως της ιδίας ζωής προς Αυτόν. Το «ιδείν τον Θεόν» εξισούται προς «το ακολουθείν τω Θεώ», και τούτο προς το να γίνει τις αγαθός, όπως είναι ο Θεός: «Αγαθόν γαρ αγαθώ ουκ αντι-βλέπει, αλλ’έπεται» (4:121). Βασική, θεολογική, αρχή του είναι: «Το Όμοιον προσεγγίζεται διά του Ομοίου» και ο Καθαρός διά του καθαρού (1:149 εξ.). Συνεπώς όλα τα ιδιάζοντα γνωρίσματα της Χριστιανικής υπάρξεως προσδιορίζουν, πολλώ μάλλον, και την θεολογούσαν ύπαρξιν.

Εν προκειμένω αντιτίθεται ο Άγιος προς πάσαν τάσιν παραμερισμού ή υποτιμήσεως δογμάτων τινών της πίστεως, ως δήθεν δευτερευόντων κ.λπ., όπως έπραξε και προς την τάσιν παραθεωρήσεως αρετών τινων, ως επουσιωδών, διά το Χριστιανικώς ζειν.

Όπως θα ίδωμεν κατωτέρω, ο Γρηγόριος ουδεμιάς αγιογραφικής μαρτυρίας παραθεωρεί το οικείον περιεχόμενον, απαιτεί δε όλων τα περιεχόμενα να έλθουν εις φως και εις τον οικείον αυτών τόπον, ως όντα όψεις της μιας θείας Αληθείας τυχόν δε απόρριψις όψεων ταύτης άγει εις παραμόρφωσιν και διαστροφήν αυτής, με ασυλλήπτους, καταστρεπτικάς, ακολουθίας, αγούσας εις εκτροπήν εκ της ορθής πίστεως εις τον αληθινόν Θεόν, εις ψευδο-θρησκευτικότητα και εις απώλειαν της σωτηρίας. Το Δόγμα, ως ορθή οριοθέτησις της αποκεκαλυμμένης θείας αληθείας, αποτελεί ουχί νοητικόν και ιδεολογικόν αξίωμα, αλλά «όρον» ορθής εις Θεόν πίστεως, διά της οποίας και μόνης καθίσταται δυνατή η σωτηρία, κατά το Ιω. 17,3: «Αύτη εστίν η Αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν», ήτοι φέρει, ακραιφνώς, σωτηριολογικόν χαρακτήρα. Εκ τούτου δε κατανοείται και η υπό των θεολόγων της Εκκλησίας, ανυποχώρητος, υπεράσπισις αυτών κατά πάσης τάσεως διαστροφής ή συμβιβασμών, μέχρι θυσίας και της προσωπικής των ζωής. Δι’αυτούς η απώλεια της ορθής πίστεως, ήτις εκφράζεται διά των δογμάτων, ήτο συγχρόνως απώλεια και της προσωπικής σωτηρίας των· ούτω δε έπαυεν η ζωή των να έχει νόημα. Είναι δε βέβαιον, ότι, εάν έζει σήμερον ο Γρηγόριος, και οι λοιποί Καππαδόκαι και μεγάλοι θεολόγοι της Εκκλησίας, θά απεδοκίμαζεν όλους εκείνους τους θεολόγους, που συνυπογράφουν μετά των Αιρετικών κοινά, δογματικά, κείμενα, -και συμβαίνει, παραδόξως, να πράττονν τούτο, κατά πλειοψηφίαν, οι θεωρούμενοι ως «συντηρητικοί»!

-Ο Γρηγόριος απορρίπτει, λοιπόν, το «ψαλίδισμα» της θείας Αποκαλύψεως, διά της περικοπής ή της παραλείψεως «όψεων» αυτής. Τα κείμενά του είναι πλήρη αυστηροτάτων παραινέσεων «κατά των προστιθέντων τι ταις θείαις φωναίς ή υφαιρείν τολμώντων» (2:287) και απαιτεί «την δι’όλου του Μυστηρίου αληθή μόρφωσιν της ευσεβείας» υπό της Θεολογίας, όπως ισχύει και διά τους γνησίους Χριστιανούς η «δι’όλου του βίου» των κατάφασις και πραγμάτωσις συμπάσης της κατά Χριστόν αληθείας. Εις ένα απόηχον και των σημερινών διαλόγων με τους Αιρετικούς και τους οπαδούς των «μονοθεϊστικών» θρησκειών προκαλεί, ως ακολούθως: «Τι, ουν»; Επειδή και οι Ιουδαίοι πιστεύουν εις ένα Θεόν, και οι Μανιχαίοι περιφέρονν το όνομα του Χριστού, «δια τούτο και αυτούς εν Χριστιανοίς αριθμήσομεν» (3:101); Ως άλλος δε απόστολος Παύλος κρίνει «και την εν ολίγω παρατροπήν των παραδοθέντων ρημάτων εσχάτην βλασφημίαν τε και ασέβειαν», «ούτε υφαίρεσιν ούτε παραλλαγήν ούτε προσθήκην» της θείας Αληθείας δεχόμενος, ήτις «ούτε εξ ανθρώπων εστίν ούτε δι’ανθρώπων, αλλά δι’αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (2:312-313). Πας κίνδυνος παραποιήσεως «του θείου Δόγματος» δεν είναι «ακίνδυνος», λέγει ο Άγιος· «ου γαρ μικρόν, ενταύθα, το παρά μικρόν» (3:42).

-Περαιτέρω θέτει ο Γρηγόριος το γνωσιολογικόν ερώτημα, εις όλην την οξύτητά του ήτοι, πώς φθάνομεν, εάν συμβαίνει τούτο, εις γνώσιν των όντων και, απωτέρως, εις γνώσιν του όντως Όντος, δηλ. του Θεού, και απαντά κατά τον πλέον σύγχρονον τρόπον. Ο Ευνόμιος, μετά του οποίου ευρίσκετο εις διαρκή φιλοσοφικο-θεολογικήν αντιπαράθεσιν, υπεστήριζεν, ότι είναι προσιτή και, ακολούθως, γνωστή η «ουσία» των όντων και του Θεού, -μία διδασκαλία, την οποίαν πρεσβεύει ο Καθολικισμός, ειδικώτερον δε Θωμάς ο Ακινάτης, ο Λατίνος μοναχός Βαρλαάμ, εις την προς τον Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν αντιδικίαν του, εκ των σημερινών δέ ο J. Auer, εις την Δογματικήν του κ.λπ.

-Η απάντησις του Γρηγορίου δε είναι εκείνη, που έδωκεν η Φιλοσοφία, από του Διαφωτισμού και εξής, διά των εμπειρικών, Άγγλων, φιλοσόφων, του Ιm. Kant, και κατά τον 20ον αι., διά του Neo-Pοsitivismus, της Φυσικής κ.λπ., ότι δηλ. η γνώσις της «ουσίας» των όντων και του κόσμου, εν τω συνόλω του, ήτοι του «Όντος καθ’αυτό», είναι αδύνατος, και αεί υπάρχει γνωστική προσέγγισις μόνον των «φαινομένων» (των ενεργειών και των εκδηλώσεων) των όντων, των οποίων αποκτώμεν εμπειρίαν διά των αισθητηρίων οργάνων μας. Λέγει, λοιπόν, ο Γρηγόριος: «Η κάτω φύσις, η μέχρι των Αισθητηρίων των ημετέρων φθάνουσα, υπέρ τα μέτρα της ανθρωπίνης εστί γνώσεως» (1:250). Και προκαλεί: «Ο τοίνυν των όντων κατειληφέναι την γνώσιν κομπάζων, φανερωσάτω ημίν την του μύρμηκος φύσιν», ήτοι «του μικροτάτου» των όντων (238-239)! Η γνώσις αποτελεί λογικήν προσέγγισιν των όντων διά της εμπειρίας των «φαινομένων» και των εκδηλώσεων αυτών και, άρα, «μηδέν περί του Θεού γινώσκομεν (διά) των εξ ανθρωπίνης καταλήψεως γινωσκομένων» (4:88). Η θεολογία αύτη του Γρηγορίου αποτελεί εν υπέροχον πρότυπον αγιογραφικής, Ορθοδόξου, θεολογίας, και, παρ’όλον ότι αύτη ουδεμίαν σχέσιν έχει προς τα δυτικά «μοντέλλα» της Αυγουστινείου Νεοπλατωνικής, της Αριστοτελικής Σχολαστικής και Θωμιστικής και της Φιλοσοφικής θεολογίας των Νέων χρόνων, εξακολουθούν οι Νεο-Έλληνες θεολόγοι να θεωρούν ως πρότυπον του θεολογείν τον δυτικόν τρόπον του σκέπτεσθαι, εκλαμβάνοντες αυτόν ως πλέον «επιστημονικόν» και ορθόν!

Αι διακρίσεις αύται μεταξύ «Όντος καθ' αυτό» και «φαινομένου», ή, κατά την Ορθόδοξον ορολογίαν, «ουσίας» ή «φύσεως» και «ενεργείας» ή «ενεργειών», έχουν θεμελιώδη σημασίαν διά την περί Θεού Χριστιανικήν διδασκαλίαν. Κατά την Ορθόδοξον ταύτην άποψιν, ο Θεός είναι «ουσία», ήτοι μυστήριον, ακατάληπτον και απρόσιτον, εκδηλούμενος, όμως, και φανερούμενος εν ταις ενεργείαις Αυτού, τουθ’όπερ σημαίνει: Ούτος γνωρίζεται μεν, όντως, υφ’ημών, φανερούμενος εν ταις ενεργείαις του, ενώ παραμένει, συγχρόνως, άγνωστος εν τη «ουσία» Αυτού. Ούτω γινώσκομεν ουχί τον Θεόν «καθ’αυτόν», αλλά τα «περί» τον Θεόν· ουχί, «ό εστι, κατ' ουσίαν, η Φύσις,... αλλά τι των περί Αυτήν» γινώσκομεν (3:43). Υπάρχει, λοιπόν, γνώσις του Θεού εν τη αγνωσία και αγνωσία εν τη γνώσει, τουτ' έστιν: ο Θεός είναι, ως γνωριζόμενος, οριζόμενος και περιοριζόμενος, ως άγνωστος δε, άπειρος και απροσδιόριστος. Εκ της διαλεκτικής ταύτης θείας Υπάρξεως καί Ζωής προκύπτει και η διττή λειτουργία της Θεολογίας, ήτις, εν σχέσει προς την θείαν Ουσίαν, εκδηλούται αποφατικώς και εν σιωπή, εν σχέσει δε προς τας θείας ενεργείας λειτουργεί καταφατικώς και θεο-λογικώς. Την διαλεκτικήν ταύτην σχέσιν θείας Ουσίας και των ενεργειών αυτής, ώς περι-χώρησιν μυστηρίου και φανερώσεως, γνώσεως και αγνωσίας κ.λπ., εκθέτει, εις ευρείαν έκτασιν, εν τοις έργοις του ο Άγιος, καθώς και οι μεγάλοι, Καππαδόκαι θεολόγοι, κυρίως δε ο μέγας Βασίλειος. Η θεία Ουσία ή Φύσις, «η πάντα νουν υπερέχουσα, των λογισμών των γηνων υπερανέστηκεν,... ως απόρρητος και ανέπαφος λογισμοίς ανθρωπίνοις»· «αυτήν δε την Ουσίαν, ως ούτε διανοία, χωρητήν ούτε λόγω φραστήν», αφήνομεν «απολυπραγμόνητον», τιμώντες αυτήν «σιωπή» (1:254 εξ.)· «ο δε ανθρώπινος νους, όσον χωρεί διά των Ενεργειών διδασκόμενος, τοσούτον φθέγγεται»· «νοούμεν δε, δι’ων εκ των Ενεργειών διδασκόμεθα» (1:269· 270).

-Η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου έχει ως αφετηρίαν και κέντρον την τριαδικήν θεότητα, ήτοι τας υποστάσεις του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, κατ' αντιστοιχίαν προς την περί αυτών αγιογραφικήν μαρτυρίαν. «Η γάρ ευσεβής διάνοια τούτου έχει τον τρόπον: Ούτε Πατήρ χωρίς Υιού ποτε εννοείται, ούτε Υιός δίχα του Αγίου Πνεύματος καταλαμβάνεται. Ως γαρ αμήχανόν εστιν ανελθείν προς τον Πατέρα, μη διά του Υιού υψωθέντα, ούτως αδύνατόν εστι Κύριον Ιησούν ειπείν, μη εν Πνεύματι Αγίω» (3:98). Οι Καππαδόκαι θεολόγοι υπήρξαν τόσον συνεπείς εις την τριαδο-λογίαν των, ώστε συχνάκις κατηγορήθησαν υπο των μονοθεϊζόντων αντιπάλων των επί τριθεΐα, μόλις δε κατά τας τελευταίας δεκαετίας ανεγνωρίσθη και υπό των Δυτικών θεολόγων (Schmaus, Mοltmann κ.λπ.), ότι η τριαδο-λογία των έχει καινοδιαθηκικήν την αφετηρίαν, εν αντιθέσει προς την Δυτικήν Μονοθεΐαν, ήτις έχει Νεο-πλατωνικήν Αυγουστίνειον προέλευσιν. Επίσης ο Γρηγόριος δεν υπέπεσεν, εις την περί Θεού διδασκαλίαν του, εις τας ακρότητας ενός Πατρο-, Χριστο-, Πνευματο-μονισμού, εις τας οποίας παραπαίει, διαρκώς, ο θεολογικός Προτεσταντισμός.

-Η μέθοδος του Θεολογείν θέτει επί τάπητος το Ερμηνευτικόν εν τη Αγία Γραφή πρόβλημα, είναι δε τόσον σπουδαία, όπως αναπτύσσει και χρησιμοποιεί ταύτην ο Γρηγόριος, ώστε ανταποκρίνεται εις την τελευταίως προβαλλομένην, ως την πλέον προσήκουσαν, μέθοδον της «μετα-θεωρητικής», πλουραλιστικής, ερμηνείας και κατανοήσεως του Πραγματικού. Ο Άγιος απορρίπτει την «απαγωγικήν» μέθοδον του Rationalismus (Deduktiοn), όστις επιχειρεί να γνωρίσει το Πραγματικόν, αφορμώμενος εξ ωρισμένων λογικών-θεωρητικών προτάσεων και αξιωμάτων, καθώς και την «επαγωγικήν» μέθοδον του Empeirismus, όστις, αφορμώμενος εκ του καθ’έκαστον, ανάγεται εις γενικεύσεις (Ιnduktiοn), και παρουσιάζει μίαν δικήν του «μέθοδον», την περιγραφικήν ή συμπληρωτικήν, ή kοmplementär, εις την γλώσσαν της συγχρόνου Φυσικής.

Βασικήν αφετηρίαν, προς ανάπτυξιν της «μεθόδου» του ταύτης, αποτελεί η άποψις, ότι η θεία Αλήθεια είναι μία και ενιαία, και ότι δεν δύναται να αντιφάσκει προς εαυτήν, όπου δε εμφανίζονται αντιφάσεις οφείλονται εις την αδυναμίαν της γνωστικής, ανθρωπίνης, δυνάμεως, να συλλάβει ταύτην εν τη ολότητι και εν τη απειρία των ποικίλων όψεών της. Η Θεολογία, κατά τον Άγιον, είναι «διακριτική επιστήμη», επιζητούσα «ευμεθόδως», «επιτυχείν της πρεπούσης κρίσεως και μη διαμαρτείν του προσηκόντως», (1:384· 3:3· 5:248). Ερωτάται δε, «τις ουν η μέθοδος» και «το κριτήριον» «προς εναργή κατανόησιν του δηλουμένου πράγματος», και «αγωγήν, χειραγωγούσαν ημάς εξευρείν» την Αλήθειαν, δεδομένου, μάλιστα, ότι «νοεί ουχ ομοίως το ειρημένον (εν τη Γραφή) εκάτερος», ακόμη και αν δύο αναγινώσκουν το αυτό κείμενον (1:326· 343· 290· 5:297· 2:384). Περί «θείων» εμπνεύσεων να ομιλώμεν, έν προκειμένω, ουδέν νόημα έχει! Ο Γρηγόριος αναζητεί, τρόπον τινά, «αντικειμενικά» κριτήρια ορθής ερμηνείας της Γραφής.

- Ο Γρηγόριος δεν παραλείπει να τονίσει το δύσκολον και δυσκατόρθωτον του Ερμηνευτικού εγχειρήματος. Η ιδία η Γραφή παρέχει «αντικειμενικάς» δυσχερείας, έχουσα, ουχί σπανίως, «σκοτεινόν λόγον», «αινιγματώδεις και ασαφείς ρήσεις», «κεκρυμμένα» νοήματα, και ομιλούσα «ανθρωπιστικώς», διά την αδυναμίαν αυτής να εκφέρει άλλως πως τας θείας αληθείας (2:11εξ.· 3:152· 156).

- Ως ελέχθη: Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί, ως Ερμηνευτικήν, την περι-γραφικήν ή συμ-πληρωτικήν μέθοδον, η οποία αντιστοιχεί, κατά το μάλλον ή ήττον, προς την σύγχρονον μέθοδον της Kοmplementarιtät της Φυσικής ή του Kοntext της Πληροφορικής. Προς τούτο χρησιμοποιεί πλήθος παρεμφερών, αλλά και μοναδικών, εις ευστοχίαν, όρων, ομιλών περί συμφράσεως (1:115· 404· 2:13· 122), συνεπινοήσεως (2:87), συσσημάνσεως (100), συνυπακοής (181), συναναφαίνεσθαι, συνημμένων (204), συναφείας (229), συναρμόζειν (3:144) κ.λπ.

- Κύριον γνώρισμα της μεθόδου ταύτης είναι, ότι δεν ακολουθεί την Αριστοτελικήν λογικήν περί μη-αντιφάσεως, αλλά, πολλώ μάλλον, ανατρέπει αυτήν. Η Αριστοτελική λογική ορίζει, ότι δεν δυνάμεθα επί ενός και του αυτού όντος να εκφέρωμεν, συγχρόνως, προτάσεις καταφατικάς και αποφατικάς, π.χ. ότι τούτο υπάρχει και, συγχρόνως, ότι δεν υπάρχει. Διά την λογικήν ταύτην ισχύει το ή-ή: ή αυτό ή εκείνο. Το αξίωμα τούτο, εφαρμοζόμενον επί των μαρτυριών της Γραφής π.χ. περί του Θεού ή του Ιησού Χριστού, θα έπρεπε να απορρίψει το ήμισυ αυτών: ή εκείνας, που ομιλούν περί των τριών θείων υποστάσεων, διότι είναι αδύνατον το εν να είναι, συγχρόνως, και τρία, αλλ’ είναι ή εν ή τρία. Ακολούθως δε ισχύει το αυτό και περί του Ιησού Χριστού: Αι περί Aυτού αγιογραφικαί μαρτυρίαι είναι άκρως αντιφατικαί, αποδίδουσαι εις Αυτόν τα γνωρίσματα ενός κοινού ανθρώπου και, συγχρόνως, προσόντα του Απολύτου, του Θείου, όπως π.χ. ότι Ούτος είναι ο «εκ των άνω» ελθών, ο Υιός ή Λόγος του Θεού, το φως, η αλήθεια, η ζωή, ο Σωτήρ κ.λπ. Τούτο, όμως, δεν δύναται να αληθεύει, αλλ’είναι Ούτος, λογικώς, ή Θεός ή Άνθρωπος. Θα πρέπει, λοιπόν, το εν μέρος των μαρτυριών τούτων να απορριφθεί ή να καταπιεσθεί έτσι, ώστε να εντάσσεται ουχί πλέον εις το πνεύμα της Γραφής, αλλά εις εκείνο του Ερμηνευτού. Προς τον σκοπόν τούτον επενόησεν η Ερμηνευτική πλήθος «μεθοδεύσεων» (Manipulatiοnen) εκβιάσεως του νοήματος των χωρίων της Γραφής προς ωρισμένην «ιδεολογικήν» γραμμήν, όπως π.χ. την αλληγορικήν, μεταφορικήν, υπαρξιακήν κ.λπ. Διά των λογικών τούτων «μεθοδεύσεων» δεν αναζητεί ο Ερμηνευτής το «εγγενές» περιεχόμενον των ποικίλων μαρτυριών, αλλά κατανοεί ταύτας έτσι, ώστε να «ομιλούν» εις την δικήν του «γλώσσαν» ή λογικήν σύλληψιν. Έτσι δε εκβιάζει και παραποιεί το περιεχόμενον αυτών.

Αντιθέτως, η Συμ-πληρωτική μέθοδος του Αγίου Γρηγορίου και της Ορθοδόξου θεολογίας αντί-κειται προς το λογικόν τούτο αξίωμα, ούσα ουχί απο-κλειστική, αλλά προσ-θετική. Εργάζεται δηλ. αύτη ουχί με την αρχήν ή αυτό ή εκείνο, αλλά με την αρχήν: και αυτό και εκείνο, -μία αρχή, ήτις άγει, συχνάκις, ad absurdum και, όμως, διεκδικεί πλέον ασφαλή και ορθήν προσέγγισιν του Πραγματικού. Όπως είναι γνωστόν, η Ορθόδοξος θεολογία ορίζει τον Θεόν, συγχρόνως, ως αμφότερα: ως το Ον και, συνάμα, ως το Μη-Ον, τον δε ορισμόν τούτον υιοθέτησε και ο Hegel εις την «διαλεκτικήν» του, με την φράσιν: «Το καθαρόν Ον καί το καθαρόν Μηδέν είναι ταυτόν», την οποίαν επεκύρωσε και ο Heidegger: «Η πρότασις αύτη του Hege1 είναι ορθή». Η Συμ-πληρωτική αύτη μέθοδος εκφράζει μίαν άλλην «λογικήν», την λογικήν του μη-λογικού, ήτις, όμως, προσεγγίζει οικειότερον το Πραγματικόν, αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί «λογικώς», ότι τούτο είναι λογικόν.

- Ο Γρηγόριος ορίζει ως ακολούθως την Συμ-πληρωτικήν ταύτην μέθοδον εξ επόψεως αρχών:

α) Εμμονή εις τα υπό των κειμένων της Γραφής υποδηλούμενα νοήματα, άνευ παρελκυστικής διαθέσεως, να «ομιλήσουν» ταύτα άλλως πως, κατά την υποκειμενικήν πρόθεσιν, ως π.χ. αλληγορικώς, μεταφορικώς, υπαρξιακώς κ.λπ. Π.χ. όταν η Γραφή αναφέρει: «Ο Λόγος σάρξ εγένετο» ή «τούτο εστι το σώμα μου», εννοεί «εγένετο», «εστί» και ουχί «σημαίνει». Τονίζει με έμφασιν ο Άγιος: Τα εις τον Θεόν αποδιδόμενα «ονόματα... ιδίαν έχει έκαστον εμπεριειλημμένην διάνοιαν» και «ιδιάζουσαν έμφασιν», έργον δε της Θεολογίας είναι η απόδοσις «σαφηνείας... εις τήν εγκειμένην τη φωνή σημασίαν», διδασκούσης «το μη δέον» και «το δέον» (3:42-44). Ο Γρηγόριος επιμένει, ότι η «αντικειμενική» Ερμηνεία θα πρέπει να διασώζει «το οικείον» και «το προσήκον» εις έκαστον κείμενον «εγκείμενον» νόημα, και να μη εκτρέπεται εις «υποκειμενικάς» μεθοδεύσεις παρ-ερμηνείας των νοημάτων.

β) Τα «εγκείμενα» νοήματα των αγιογραφικών κειμένων δεν είναι αυτοτελή, αλλ' αποτελούν όψεις της μιας θείας Αληθείας και, συνεπώς, θα πρέπει να φέρωνται εις συνάφειαν και συνάρτησιν: 1. προς τα «παρακείμενα» προς αυτά, και 2. προς το Όλον της αποκεκαλυμμένης θείας Αληθείας. «Επειδή γαρ εφ’ εαυτού λεγόμενον τούτων εκάτερον ιδιάζουσαν έχει την ερμηνείαν, ανάγκη πάσα οικείαν τε και συγγενή τοις ονόμασι συνεπινοείσθαι και την σχετικήν συζυγίαν,... (ίνα) μετά του πρωτοτύπου και το συνεζευγμένον ακούηται» και διασώζη «την οικείαν έκαστον και συνημμένην του δηλουμένου συγγένειαν» (2:87). Αρχικώς εξετάζομεν, «εκ της περί τον τόπον εκείνον συμφράσεως των ρημάτων, ει τι σαφές η των παρα-κειμένων ανάγνωσις έχει» (2:13), μετά δε «συν-αρμόζομεν» το συγκεκριμένον νόημα προς τα κεντρικά νοήματα και το όλον της θείας Αληθείας. Ούτω δε χωρούντες, πειθόμεθα, ότι «τα εν ταις Γραφαίς ειρημένα» ουχί «εναντίωσίν» τινα υπέχουν, αλλά «συνωδόν και σύμφωνον το παν τω παντί τυγχάνει» (3:78). Εδώ διατυπώνει ο Άγιος την αρχήν της cοincidentia οppοsitοrum, την oποίαν ανέπτυξεν ειδικώτερον ο δυτικός θεολόγος Ν. Cusanus, γνωστός διά τους δεσμούς του με την Ανατολήν, ως αποσταλείς υπό του Πάπα εις Κωνσταντινούπολιν διά να μεσολαβήσει προς επανένωσιν, και κατά την οποίαν αι αντιθέσεις των θείων αληθειών είναι φαινομενικαί, ενώ εις το βάθος συμπίπτουν και ταυτίζονται.

γ) Διά της μεθόδου ταύτης έρχονται εις φως και αι «αντιφάσεις» των μαρτυριών της Αγίας Γραφής, ουχί βεβαίως προς απόρριψιν της μιας ή της άλλης όψεως, αλλά προς ένταξιν τούτων εις οικείας και συγγενείς προς αυτάς συναφείας. Π.χ. Μαρτυρίαι της Γραφής, ομιλούσαι περί θείων «ιδιοτήτων» του Ιησού Χριστού, κείνται εις αντί-φασιν προς άλλας, αίτινες υπεμφαίνονν ανθρωπίνας «αδυναμίας» Αυτού και, ως εκ τούτου, δεν εντάσσονται εις τας αυτάς «κατηγορίας» του Πραγματικού. Και επ’ αυτού ο Γρηγόριος είναι λίαν σαφής: «...ουδαμώς συγχωρητέον αυτώ συναρμόζειν αλλήλοις τα ακοινώνητα και προσκολλάν τα ασύμβατα» (3:144) έτσι, ώστε να επισύρονται «τα μηδέν κοινωνούντα τοις ζητουμένοις εις απόδειξιν των προκειμένων» (2:228). H Αίρεσις «δια, των ανοικείων τε και απροσκόλλων κατασκευάζειν επιχειρεί την ασέβειαν» (2:398). Εκεί δε ένθα γίνεται το «διακρίνειν,... αδιακρισίας», αδύνατον, συμβουλεύει ο Άγιος εις την θεολογίαν να τηρεί «σιωπήν» και ουχί να προβαίνει εις εκκαθαρίσεις και απορρίψεις των περιεχομένων της Αγίας Γραφής: «τούτου δε το μεν κατά την σύμφρασιν ασυνάρτητον σιωπάσθω» (2:229· 262).

δ) Εφαρμόζεται η αρχή της επαληθεύσεως ή της διαψεύσεως παντός δόγματος, εξαγομένου, ερμηνευτικώς, εκ της Αγίας Γραφής, «εκ των ακολουθιών» ή «εκ του ακολούθου» αυτού. Την αρχήν ταύτην χρησιμοποιεί σήμερον, εις ευρείαν κλίμακα, η Φιλοσοφία του Neo-Positivismus, κατ’εξοχήν δε οι φιλόσοφοι Κ. Pοpper και Η.Albert. Ο Γρηγόριος ορίζει, ως ακολούθως, το δόγμα ως «αρχήν»: «Αρχή δε παντός πράγματος ουκ αλλοτρίως προς τα μεθ’ εαυτήν έχει» (5:207). Έκαστον δόγμα έχει μίαν, τρόπον τινά, «λογικήν ακολουθίαν» (2:249) προς τα εφεπόμενά του, δεν δύναται δηλ. να αντιφάσκει προς τας προ-εκτάσεις του έτσι, ώστε, μαρτυρούσης της Γραφής, ότι ο Ιησούς Χριστός εποίει, όντως, θαύματα, να αρνούμεθα π.χ. την Θειότητα Αυτού, αφού μόνον ο Θεός επιτελεί θαύματα. Όπως, προκειμένου περί των Χριστιανών, ισχύει το: «Εκ των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς» (3:131), ούτως ισχύει και περί του δόγματος: «εκ της ακολουθίας αυτού αναδεικνύεται η ατοπία» ή μη αυτού (2:236· 15· 30· 82-83· 3:150· 191)· «εκ της ακολουθίας των εξητασμένων ευκόλως σαφηνίζεται» η ορθότης ή μη των δογμάτων (1:98).

ε) Ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί, ως Ερμηνευτικήν αρχήν της θεολογίας, και την κοινήν ομολογίαν «της Καθολικής Εκκλησίας» (3:120), δεχόμενος, ότι «εκ των κοινώς ομολογουμένων τα αμφιβαλλόμενα δέχεται την λύσιν» (3:31). Ημείς «επί των εγνωσμένων την πίστιν αμετάθετον έξομεν», ως ούσαν το σταθερόν θεμέλιον, «δι’ου το αμφίβολον της διανοίας ημίν ερείδεται», τούτ’ έστι «την παράδοσιν, ην παρά των Πατέρων διεδεξάμεθα, φυλάξομεν εις αεί βεβαίαν τε και ακίνητον» (3:38-39). Εις τούτο δε έγκειται και η διαφορά μεταξύ «εκκλησιαστικών» θεολόγων και Αιρετικών: Οι μεν, βασιζόμενοι «επί τινος αναντιρρήτου βάσεως», ως «διά τινος ομολογουμένης αρχής», «ούτω τοις ακολούθοις εναγωνίζονται», «συναποδεικνύοντες το αμφίβολον», οι δε Αιρετικοί, απορρίπτοντες πάσαν αυθεντίαν και παράδοσιν, «από των αμφισβητουμένων άρχονται και ως αποδεδειγμένον το αμφιβαλλόμενον αρχήν τω εφεξής διδόασι λόγω» (2:81-83). Η αρχή αύτη της αφετηρίας εκ «των αμφισβητουμένων» είναι καθαρώς φιλοσοφική, -διετύπωσε δε ταύτην, με συνέπειαν, ο R.Descartes.

-Ο Άγιος θεωρεί, ως «κοινώς ομολογούμενα» ουχί οιανδήποτε παράδοσιν, αλλά το κέντρον της εν Ιησού Χριστώ θείας Αληθείας, θέτων το αυτό κριτήριον ερμηνείας της Αγίας Γραφής, το οποίον έθηκε, πολύ αργότερον, και ο Λούθηρος, ήτοι παν, «ό,τι εις Χριστόν άγει». Λέγει δε χαρακτηριστικώς: «παν, ο μη εις Χριστόν βλέπει, ή ρήμα ή έργον ή νόημα, εις το αντικείμενον τω Χριστώ πάντως ορά» (5:211). Εκ του λόγου δε τούτου, απορρίπτει ούτος «την επικρατούσαν συνήθειαν (ως) νόμον και κανόνα του ορθού ποιείσθαι λόγον», εκτός εάν αύτη «ισχυρόν εστιν εις ορθότητος απόδειξιν» (3:5).

στ) Τέλος απορρίπτει ούτος την διά «συρραφής» χωρίων «αποδεικτικήν» μέθοδον, ήτις επιζητεί «ουχ όπως ερμηνεύση τι των νοηθέντων, αλλ’όπως κατά των λέξεων επισύρηται κατηναγκασμένα νοήματα» διά της περισυλλογής «των ευηχοτέρων φωνών εκ συγγραμμάτων τινών,... ώσπερ οι πτωχοί δι’απορίαν εσθήτος εκ ρακωμάτων τινών τους χιτώνας εαυτοίς περικεντούντες συρράπτουσιν...» (1:263). Η μέθοδος αύτη, ήτις παραμένει εις «το γράμμα» και δεν αναζητεί δι’αυτού το εγκείμενον «πνεύμα», «ιουδαΐζει» (1:283).

- Ο Άγιος Γρηγόριος αισθητοποιεί την δικήν του, περιγραφικήν, μέθοδον εις μίαν συγκεκριμένην θεολογικήν διαμάχην, την οποίαν είχε προς τον αιρεσιάρχην Ευνόμιον, στρεφομένην περί τον Ιησούν Χριστόν. Ο Ευνόμιος, δεινός φιλόσοφος, όπως ήτο, κατενόει και ηρμήνευε την Αγίαν Γραφήν με καθαρώς λογικά κριτήρια. Αφορμώμενος εκ της Νεο-πλατωνικής θέσεως, ότι ο Θεός είναι Εν και ουχί πολλά, και ότι το Εν τούτο είναι εις την Γραφήν, αδιαμφισβητήτως, ο Πατήρ, υπεβίβαζε τον εκ του Πατρός «γεννηθέντα» Υιόν εις τον χώρον του Κτίσματος, δηλ. του κοινού ανθρώπου, όπως παλαιότερον και ο Άρειος. Ως απόδειξιν δε προσεκόμιζε πλήθος σχετικών μαρτυριών της Γραφής, ήτις επιβεβαιώνει, όντως, τον ισχυρισμόν του αυτόν.

- Ο Γρηγόριος επικυρώνει, με την σειράν του, την θέσιν ταύτην του Ευνομίου περί του Ιησού Χριστού, ως ανθρώπου, πλην όμως κλονίζει τον ισχυρισμόν του, ότι ο Ιησούς Χριστός ήτο μόνον άνθρωπος. Διό και ερωτά τον Ευνόμιον, πώς κατανοεί όλας εκείνας τας μαρτυρίας της Γραφής, αίτινες αποδίδουν εις τον Ιησούν και απόλυτα, δηλ. θεία, προσόντα, όπως π.χ ότι Ούτος είναι ο Υιός ή ο Λόγος του Θεού, ο «εκ των άνω» ελθών, η ζωή, η αλήθεια, το φώς, ο σωτήρ, ο ποιών θαύματα κ.λπ. Ο Ευνόμιος δεν έχει άλλην επιλογήν ή να παρερμηνεύσει τα χωρία ταύτα, βιάζων το περιεχόμενον αυτών προς άλλας, ανοικείους, κατευθύνσεις, κατά την μέθοδον της αλληγορίας, της μεταφοράς, της αναλογίας, των «υπαρξιακών» εμπειριών των πιστευσάντων εις Αυτόν κλπ., διά να «εναρμονίσει» έτσι ταύτα προς το αξίωμά του: Ο Χριστός είναι μόνον άνθρωπος.

-Περαιτέρω προχωρεί, ομως, ο Γρηγόριος εις αντεπίθεσιν, μέ βάσιν πάντοτε την φιλοσοφικήν λογικήν του Ευνομίου, και συνάγει: Αφού ο Χριστός είναι μόνον άνθρωπος, φέρει άπαντα τα ιδιώματα μόνον του κτιστού και του ανθρωπίνου, και δη ουχί μόνον του σχετικού και της φθοράς, άλλοι και της αμαρτωλότητος και, συνεπώς, «μηδενός όντος των όσα ο Υιός εστιν, πάντα τα εναντία περί Aυτόv είναι λέγειν: αντί του φωτός το σκότος, αντί της αληθείας το ψεύδος, αντί της ζωής τον θάνατον, αντί του καλού το κακόν». Ούτω δε απέδειξε «την εκ της ακολουθίας ατοπίαν του δόγματος» του Ευνομίου (2:234-236).

-Τέλος προβαίνει ο Γρηγόριος εις την ερμηνείαν και κατανόησιν της Γραφής με την δικήν του, συμ-πληρωτικήν, μέθοδον, ήτις έχει ως ακολούθως πως: Η Γραφή ομιλεί, εις όλην την έκτασίν της, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «είς» και ουχί δύο όντα ή άτομα· και ακόμη, ότι Ούτος είναι άνθρωπος· και ακόμη, ότι Ούτος είναι ο Υιός του Θεού και Θεός, και συμπεραίνει ο Άγιος: Ο Ιησούς Χριστός ειναι εις καί άνθρωπος και Θεός. Έτσι φέρει όλα τα περιεχόμενα της Αγίας Γραφής, που ομιλούν περί του Ιησού Χριστού, εις φως και εις την οικείαν αυτών σημασίαν, χωρίς να βιάζει ταύτα προς ανοικείους κατευθύνσεις και ερμηνείας.

Ακριβώς δε την θεολογίαν ταύτην εξέφρασεν η εν Χαλκηδόνι Οικουμενική σύνοδος, ήτις διετύπωσεν εις τον «χριστολογικόν» όρον της το απαντώμενον εις την Γραφήν «παράδοξον» και «μυστήριον», ότι δηλ. ο Ιησούς Χριστός είναι εις και είναι, συγχρόνως, Θεός και άνθρωπος. Το αυτό ισχύει και περί του τριαδικού δόγματος, το οποίον διατυπώνει το «παράλογον», ότι ο Θεός είναι αμφότερα: εις και τρεις. Τοιαύτας προτάσεις δεν ανέχεται η Λογική, δια την οποίαν ο Θεός είναι ή εις ή τρεις, και ο Ιησούς Χριστός ή Θεός ή ανθρωπος. Και εδώ έγκειται το παράξοδον: Ήλθεν ο προτεστάντης θεολόγος Α. Harnack, - καθώς και πολλοί άλλοι προ αυτού και μετ' αυτόν, ακόμη δε και ημέτεροι θεολόγοι -, και έγραψεν εν κολοσσιαίον έργον διά να «αποδείξει» οτι η Εκκλησία, δια των δογμάτων της, «εξελλήνισε», δηλ. εξελογίκευσε, το περιεχόμενον της Χριστιανικής πίστεως, ενώ συνέβη το τελείως αντίθετον, ήτοι η θεολογία της Εκκλησίας, καίτοι εχρησιμοποίησε τους Ελληνικούς φιλοσοφικούς όρους, «έσπασε» την Λογικήν του ή-ή, περιορισθείσα εις προσθετικάς προτάσεις: και-και, διά των οποίων διασώζεται το πλήρες περιεχόμενον της θείας Αποκαλύψεως και εκφαίνεται, συγχρόνως, το παράδοξον και το μυστήριον της πίστεως.

-Εις τον χώρον της συγχρόνου Μικρο-Φυσικής συνετελέσθη, επί των ημερών μας, μία ανάλογος επανάστασις, όταν διεπιστώθη, οτι ο μικρό-κοσμος δεν υπακούει εις την παραδοσιακήν λογικήν τον ή αυτό ή εκείνο, και εκφαίνονται τα ηλεκτρόνια και τα φωτόνια, κατά τας πειραματικάς ερεύνας, άλλοτε μεν ως μόρια, άλλοτε δε ως κύματα, ποτέ δε μόνον ως μόρια ή μόνον ως κύματα. Και η «αντίφασις» αύτη του μικρο-κόσμου δεν είναι απλώς «υποκειμενική», οφειλομένη, τρόπον τινά, εις την αδυναμίαν ημών να προσεγγίσομεν το «βάθος» της κοσμικής πραγματικότητος, αλλ' είναι «αντικειμενική» και συναφής προς αυτήν ταύτην την φύσιν της πραγματικότητος. Εκ του γεγονότος δε τούτου ήχθη η Φυσική εις την διατύπωσιν των γνωστών θεωριών των Κβάντων, των Στατιστικών νόμων κ.λπ. Όπως αναφέρει ο διάσημος πυρηνικός Φυσικός Ν. Bοhr, όστις και πρώτος διετύπωσε την αρχήν της Kοmplementarιtät, η Φυσική επανήλθε, τρόπον τινά, εις την μέθοδον της Θεολογίας, ήτις ουδέποτε έβλεπε πραγματικήν αντίθεσιν μεταξύ αγάπης και δικαιοσύνης του Θεού, αλλά μόνον φαινομενικήν, λόγω της δικής μας αδυναμίας να κατανοήσομεν τας βαθυτέρας συναφείας και την ενότητα αυτών.

- Εις το Αιρετικώς θεολογείν αποδίδει ο Γρηγόριος τα ακόλουθα γνωρίσματα: Οι Αιρετικοί έχουν ισχυράν την ροπήν προς τον υποκειμενισμόν και τον φιλελευθερισμόν. Πρόκειται περί χαρισματικών, συνήθως, προσωπικοτήτων, εμφορουμένων υπό θείων εμπνεύσεων και προφητικής συνειδήσεως, εξ ων και η ισχυρά προσέλκυσις ή απώθησις οπαδών και αντιπάλων. Οι Αιρετικοί του είδους τούτου δεν θεολογούν, βασικώς, αλλά «δογματίζουν κατ' εξουσίαν», παραμετρούντες τα του Θεού «τη εαυτών υπολήψει». Εκλαμβάνοντες εαυτούς ως πνευματοφόρους ή μάλλον ως Παρακλήτους, προβάλλουν και νέας θείας Αληθείας, ως συμπληρωματικάς εκείνων της εν Ιησού Χριστώ θείας Αποκαλύψεως, «αντεγείροντες εαυτούς... αντί του Χριστού» και φερόμενοι «ώσπερ επιδιορθούμενοι τον Θεόν». Ούτω δε, απορρίπτοντες πάσαν άλλην αυθεντίαν, εξυψώνονν εαυτούς εις την υψίστην, τρεπόμενοι «προς τον ιδιωτισμόν», ήτοι προς τον Ατομισμόν και την ελευθεροφροσύνην (1:101· 105· 138· 144· 2:288· 314). Οι Αιρετικοί ούτοι, στερούμενοι αντικειμενικών κριτηρίων προς έλεγχον των ιδεών των, καταλήγουν «εις αναρχίαν... και αυτονομίαν» (2:108), και εις το θρησκευτικόν παράλογον, - φαινόμενα εκδηλούμενα εντόνως και εν ταις ημέραις μας εις τα ποικίλα ρεύματα της Νέας Θρησκευτικότητος.

Εις μίαν άλλην κατηγορίαν Αιρετικών αποδίδει ο Γρηγόριος την μομφήν του Φιλοσοφείν, αντί του θεολογείν, εις τα της Χριστιανικής πίστεως. Ούτος διακατέχεται υπό βαθυτάτης συνειδήσεως περί των σχέσεων και διαφορών, αίτινες διέπουν Φιλοσοφίαν και Θεολογίαν, καθώς και περί των αγαθών, αλλά και των κινδύνων της Φιλοσοφίας, χρησιμοποιουμένης υπο της Θεολογίας. Εις τον χώρον της Ανατολικής θεολογίας ουδέν ρήγμα επήλθε μεταξυ της Ασκητικής και της Εκκλησιαστικής ή επιστημονικής θεολογίας, υπό μόνην την διαφοράν, ότι η Εκκλησιαστική θεολογία εχρησιμοποίησε και Φιλοσοφικούς όρους, προς διατύπωσίν της, τους οποίους, όμως, απέρριψεν η Ασκητική θεολογία. Κατά περιεχόμενον, όμως, τα δύο ταύτα είδη της Ανατολικής θεολογίας συμπίπτουν, όντα πιστή έκφρασις των αντιστοίχων της θείας εν Ιησού Χριστώ Αποκαλύψεως.

- Ο Γρηγόριος δεν εκφράζεται με υποδεεστέραν περιφρόνησιν προς την Φιλοσοφίαν ή οι κορυφαίοι Ασκητικοί θεολόγοι της Εκκλησίας, όπως Μακάριος Αιγύπτιος, Ιωάννης Σιναΐτης κ.λπ. «Η Φιλοσοφία» και «η έξωθεν παίδευσις» είναι «άγονός τε και στείρα,... ως αληθώς αεί ωδίνουσα και μηδέποτε ζωογονούσα τω τόκω» (4:36). «Τις ουν κοινωνία τω Χριστιανώ λόγω προς την μωρανθείσαν Σοφίαν» (2:255); Η μεν Θεολογία είναι λειτουργία «χριστιανική»: προσπαθεί δηλ. να εκφέρει, συστηματικώς, τ.έ. επιστημονικώς; τα περιεχόμενα της θείας Αποκαλύψεως εις την εκάστοτε εποχήν της. Και διατυπώνει μεν ταύτα «λογικώς», εις λογικάς εννοίας, αλλά δεν επιζητεί την εκλογίκευσιν αυτών. Αντιθέτως δε η Φιλοσοφία είναι καθαρώς «ανθρωπίνη» ενασχόλησις, εργαζομένη διά μόνης της εμπειρίας και της λογικής, και, ως εκ τούτού, μη δυναμένη να καταστεί αύτη κριτήριον ή περιεχόμενον της Χριστιανικής πίστεως. Ο Γρηγόριος δεν απορρίπτει την σημασίαν της Φιλοσοφίας διά την Θεολογίαν, αλλ' όταν αύτη, τρόπον τινά, «βαπτισθεί», ήτοι απαλλαγεί εκ των «κοσμικών» περιεχομένων αυτής και καταστεί κατάλληλον μέσον διατυπώσεως των θείων Αληθειών διά τον γλωσσικόν της πλούτον. Ούτω δε εργάζονται οι συνεπείς θεολόγοι, «οι την έξω παίδευσιν τη του Θεού Εκκλησία καθάπερ τι δώρον προσάγουσιν, οίος ην ο μέγας Βασίλειος,... αναθείς τω Θεώ και, τω τοιούτω πλούτω, την αληθή κατακοσμήσας σκηνήν της Εκκλησίας» (4:68-69).

- Ο Άγιος, συνεπής ων προς την από του Ιουστίνου ισχύουσαν θεολογικήν θέσιν, καθ' ήν, «ο εν αγαθώ τινι γενάμενος εν τω Χριστώ πάντως εστί, τω περιεκτικώ παντός αγαθού» (4:120), αναγνωρίζει «πλούτον αρετών» και εις «την έξω παίδευσιν», δι' ων «οι κατα την πίστιν αλλόφυλοι καλλωπίζονται» (4:68· 43· 44· 62). Όμως απορρίπτει «τα έξωθεν δόγματα» (4:37), ως περιεχόμενον της Χριστιανικής θεολογίας, αφού «περί του Θεού... μηδέν γινώσκειν» δυνάμεθα εκ «των εξ ανθρωπίνης καταλήψεως γινωσκομένων» (4:88). Η Θεολογία καλείται, λοιπόν, να εκφέρει «τω θείω της Γραφής άλατι τον περί του Μυστηρίου λόγον» της, απορρίπτουσα «το μεμωραμένον της έξω σοφίας άλας» (3:184).

- Ο Γρηγόριος απορρίπτει μίαν, ακόμη, κατηγορίαν αιρετικώς θεολογούντων, ήτις είναι συναφής προς την προηγηθείσαν, ήτοι εκείνων, οίτινες, αντί της Χριστιανικής, κάμνουν Φυσικήν θεολογίαν ή «φυσιολογούν», όπως ορίζει ταύτην ο Άγιος (1:122). Οι Φυσιολόγοι ούτοι εργάζονται, προς αναγωγήν εις τον Θεόν, με μέσα και κριτήρια, κείμενα εκτός της εν Ιησού Χριστώ θείας Αποκαλύψεως, ήτοι καθαρώς φιλοσοφικά, ταύτα δε είναι η λογική και η διά των αισθήσεων εμπειρία, επιζητούν δε «ανθρωπίνοις λογισμοίς», ή «εξ επινοίας ανθρωπίνων λογισμών», «των αδήλων καταστοχάζεσθαι,... και τοις απερινοήτοις εμβατεύειν» (1:255), «διά της κτίσεως» και δη «της τάξεως των εν τη κοσμογονία δημιουργηθέντων»· ακόμη δε φιλοσοφουν ούτοι περί τον Θεόν και «διά του Ανθρωπίνου» (3:185). Τον δρόμον τούτον της Φυσικής θεολογίας διήνυσεν ή Χριστιανική Δύσις διά των κορυφαίων θεολόγων αυτής: του Αυγουστίνου, όστις εθεολόγει περί του τριαδικού Θεού, αφορμώμενος εκ των ψυχικών ανθρωπίνων δυνάμεων, και του Θωμά, όστις εθεώρει την Χριστιανικήν θεολογίαν, απλώς, ως συμπληρούσαν την Φυσικήν θεολογίαν. Κατά δε τους Νεωτέρους χρόνονς, κυρίως ο Ιm. Kant υπήρξεν εκείνος, όστις απέρριψεν όλας τας θεωρητικάς περί Θεού αποδείξεις, καθώς και την μεταφυσικήν, ως τον διά της Λογικής και της Φύσεως δρόμον αναγωγής εις το Θείον, με κύριον επιχείρημα, οτι η γνώσις είναι δυνατή μέσω των Αισθήσεων, ο δε Θεός δεν εμπίπτει εις τον χώρον της εμπειρίας ημών.

-Συναφώς δέν θα ήτο υπερβολή να λεχθεί, ότι ο Γρηγόριος προλαμβάνει όλας τας ανωτέρω απόψεις εις το έργον του, με εκπληκτικήν επιστημονικήν συνέπειαν. Ούτος απορρίπτει πάσαν Μεταφυσικήν και την Φυσικήν Θεολογίαν, ως το αίτημα γνωστικής καταλήψεώς του Θείου υπό της Λογικής, «δια της κτίσεως» και «διά του ανθρωπίνου», ως «διά των ξένων και αλλοτρίων τας αποδείξεις τοις ζητουμένοις επαγούσης» (3:185· 1:149). Ο λόγος: υφίσταται αγεφύρωτος οντολογική «διαίρεσις» μεταξύ «κτιστού» και «ακτίστου».

«Διηρημένης τοίνυν της τε κτιστής φύσεως και της θείας Ουσίας, και ουδεμίαν επιμιξίαν εχούσης κατά τας γνωριστικάς ιδιότητας, ανάγκη πάσα μη διά των ομοίων ετέραν νοείν, μηδέ τα αυτά γνωρίσματα των διεστηκότων κατά τον της φύσεως λόγον αναζητείν». «Πώς (ουν) εστι δυνατόν τα ανομοίως κατά την φύσιν έχοντα δι' αλλήλων επιγινώσκεσθαι» (2:209· 1:153); Τυχόν γνώσις του Θεού διά των κτιστών, θα προϋπέθετε το όμοιον και ταυτόν της φύσεως αμφοτέρων· «ων γαρ ο λόγος, ο αυτός, τούτων πάντως ουδέ η φύσις διάφορος» (2:63). Η δε θεία Φύσις, έχουσα «το ανόμοιον» έναντι της Κτίσεως, ίσταται «κρείττω και υψηλότερον παντός γνωριστικού σημείου»· Αύτη, «η πάντα νουν υπερέχουσα Φύσις, των λογισμών των γηίνων υπερανέστηκεν». «Μάταιος ουν ο διά γνώσεως, της μάτην φυσιούσης, επιγνώναι την θείαν ουσίαν δυνατόν είναι λέγων» (1:254).

Ο Γρηγόριος προχωρεί περαιτέρω, κάμνων βαθυστοχάστους και λίαν επικαίρους παρατηρήσεις περί της γνώσεως, ήτις «εμπειρικήν τινα την διάθεσιν έχει», και της σχέσεως αυτης προς την πίστιν (1:254). Ούτος απορρίπτει την θεωρίαν, καθ' ην «διά του ανθρωπίνου λογισμού» (251) καθίσταται δυνατή η γνώσις της φύσεως ουχί μόνον του Θεού, αλλά και των όντων του κόσμου. Ήδη ανεφέρθη το χωρίον: «Ο τοίνυν των όντων κατειληφέναι την γνώσιν κομπάζων, φανερωσάτω ημίν την του μύρμηκος φύσιν» (2:239)! Η γνώσις είναι συνυφασμένη προς τας αισθήσεις και την δι' αυτών «εμπειρίαν», διό και εξικνείται μέχρι των «φαινομένων» των όντων, τα οποία «φύσει» και «καθ' αυτά» παραμένουν απρόσιτα. Τούτο δε δηλούται, με σαφήνειαν, υπό του Γρηγορίου: «Η κάτω φύσις, λέγει, η μέχρι των Αισθητηρίων των ημετέρων φθάνουσα, υπέρ τα μέτρα της ανθρωπίνης εστί γνώσεως» (1:250).Υπάρχει, λοιπόν, και του κόσμου, εκ μέρους του ανθρώπου, ουχί γνώσις, αλλά σχετική, γνωστική, προσέγγισις.

-Δύο ακόμη, συναφείς, απόψεις του Γρηγορίου παρουσιάζουν ιδιαίτερον ενδιαφέρον: Η θέσις του, ότι πάσης (και ουχί μόνον της Θρησκευτικής ή της Χριστιανικής) γνώσεως, προ-ηγείται η πίστις, τ.έ. και της κοσμικής και επιστημονικής. «Ι1ρότερον δε ημάς είναί τι πιστεύειν επάναγκες, και τότε πως έστι το πεπιστευμένον περιεργάσασθαι» (3:56). Και εις άλλο σημείον: «Ουκ έστιν άλλως προσεγγίσαι Θεώ, μη πίστεως μεσιτευούσης και συναπτούσης δι' εαυτής τον επιζητούντα νουν προς την ακατάληπτον φύσιν» (1:253). Ο Γρηγόριος δίδει το προβάδισμα εις την πίστιν, εξ επόψεως γνωστικής σπουδαιότητος, έναντι της γνώσεως, εν αντιθέσει προς τον γνωστικίζοντα Κλήμεντα Αλεξανδρέα, -και την ακολουθήσασαν την τάσιν ταύτην Δυτικήν θεολογίαν-, καθ' ον «πλέον εστί του πιστεύσαι το γνώναι» (Στρωμ. 6, 14). «Την πίστιν, ουχί την γνώσιν, λογίζεται ο Θεός εις δικαιοσύνην τοις ανθρώποις». Η πίστις είναι δυναμική γνώσις, επίγνωσις ως ελπίς, εν αντιθέσει προς την γνώσιν, φέρουσαν, ως κατάληψιν, στατικόν χαρακτήρα. «Ου γαρ των γινωσκομένων, αλλά των ελπιζομένων εστίν υπόστασις· το δε διακρατούμενον ουκ ελπίζεται» (1:254). Την σχέσιν ταύτην πίστεως και γνώσεως ορίζει κατά τον αυτόν τρόπον, περίπου, εις φιλόσοφος του Αιώνος μας, ο W.Stegmüller: «Δεν θα πρέπει να παραμερίσει τις την γνώσιν, διά να κάμει τόπον εις την πίστιν. Αλλά, πολλώ μάλλον, θα πρέπει να πιστεύει, ήδη, εις κάτι, διά να μπορεί να ομιλεί περί γνώσεως και επιστήμης» (Metaphysik, Skepsis, Wissenschaft, 1969, 33). Και πράγματι, όλον το έργον της συγχρόνου, κοσμικής, επιστήμης στηρίζεται εις τινας αναποδείκτους, λογικώς, προτάσεις «πίστεως», όπως π.χ.: ο κόσμος είναι ενιαίος ή λογικός ή έχει νομοτέλειαν ή αντιστοιχεί προς τας γνωστικάς μας δυνάμεις κ.λπ.

-Αλλά και η ετέρα πρότασις του Γρηγορίου ευρίσκει σύγχρονον απήχησιν εις τον χώρον της Φιλοσοφίας και της επιστήμης, την οποίαν, όμως, οι Θεολόγοι αγνοούν, επιζητούντες την εις Θεόν αγωγήν διά του κόσμου και της λογικής. Λέγει δηλ. ο Άγιος, ότι, με βάσιν το ήδη γνωστόν, ουδέποτε αγόμεθα εις γνώσιν του αγνώστου: «των δε αγνοουμένων ο στοχασμός ου μόνον το αληθές, αλλά και αυτό, πολλάκις, το ψεύδος ως αληθές υπολήψεται» (1:255). Η Φιλοσοφία, πολλάκις, κατηγόρησε την Θεολογίαν, και ουχί αδίκως, ότι, κινουμένη εκτός του χώρου της θείας εν Ιησού Χριστώ Αποκαλύψεως, με σκοπόν να «πουλήσει» επιστημονικόν πνεύμα, «αερολογεί», συντάσσουσα κενάς περιεχομένου προτάσεις, μηδεμίαν αξίαν εχούσας.

Ενί λόγω: Ο Γρηγόριος απορρίπτει την Φυσικήν θεολογίαν, ως νόμιμον δρόμον θεογνωσίας, και επιτίθεται κατά των «φυσιολόγων» εκείνων, -οι οποίοι εγένοντο επί των ημερών μας πολύ επίκαιροι δια της Θεολογίας του Περιβάλλοντος, ήτις επιχειρεί να εντάξει τον άνθρωπον, οργανικώς και αποκλειστικώς πλέον, εις την Φύσιν-, οίτινες εργάζονται «επηρεαστικώς», ήτοι με εξω-χριστιανικά, θεολογικά, κριτήρια, «εκ Γης φρονούντες» και «προς τήν υλικήν και την κάτω φύσιν» βλέποντες, και προβάλλοντες «γήϊνα δόγματα»· αποκαλεί δε τούτους «σωματικούς θεολόγους» (2:61· 201· 365). Θα ενόμιζέ τις, ότι διά των ανωτέρω ακούει την προφητικήν οργήν του Κ. Barth, απορρίπτοντος την Φυσικήν θεολογίαν του Καθολικισμού, ως «την επινόησιν του Αντι-Χρίστου», αλλά δεν συμβαίνει τούτο. Ο Γρηγόριος διατηρεί τον επιστημονικόν χαρακτήρα της Θεολογίας και δεν εκτρέπεται προς το παράλογον ή προς τον Supra-Naturalismus εκείνου. Εξ άλλου ο Άγιος δεν αρνείται την αίσθησιν τής θείας δυνάμεως, «διά των της προνοίας λόγων και των εν τη κτίσει θαυμάτων ταις ψυχαίς ελλάμπουσαν,... οίον ακτίνά τινα και θερμότητα της ηλιακής απορρέουσαν φύσεως» (1:250), αλλ' απλώς αρνείται την σύμμειξιν και σύγχυσιν Φυσικής και Χριστιανικής θεολογίας, ήτοι να καταστούν τα περιεχόμενα της φυσικής αποκαλύψεως περιεχόμενα και της εν Ιησού Χριστού υπερφυσικής.

Κατωτέρω επισημαίνονται, συνοπτικώς αι Αιρετικαί αποκλίσεις εκ της Εκκλησιαστικής διδασκαλίας, όπως προβάλλει ταύτας ο Γρηγόριος.

α) Η μονομέρεια και ακρότης του Μονοθεϊσμού, έλκουσα την καταγωγήν της εκ του Ιουδαϊσμού, κατά τον Γρηγόριον, ενώ, τω όντι, προέρχεται αύτη εκ του Νεοπλατωνικού Μονισμού, όστις φιλοσοφεί με αφετηρίαν το Εν. Ταύτην δε εξεπροσώπησε, με φιλοσοφικήν συνέπειαν, ο Ευνόμιος, κατά τον οποίον στρέφεται το κυρίως θεολογικόν έργον του Γρηγορίου. Κατά τούτον, «μόνου του Πατρός η ουσία κυρίως λέγεται, η δε του Υιού και του Πνεύματος ουκέτι», ήτοι Θεός «κατ' ουσίαν και δύναμιν και αξίαν εστίν ο Πατήρ», «ο δε Υιός και το Πνεύμα λογίζονται εν τοις μη ούσιν», ήτοι «εν τω της κτίσεως ονόματί τε και νοήματι» (1:79· 231· 2:103· 75-76· 275· 277). Ο Μονοθεϊσμός ούτος αποτελεί την αίρεσιν του Δυτικού, ατομοκρατικού, πνεύματος, ήτις κυριαρχεί μέχρι και των ημερών μας, ενώ τελευταίως αναγνωρίζεται, και υπό των Δυτικών, ότι ούτος έχει Νεοπλατωνικήν-φιλοσοφικήν προέλευσιν, εν αντιθέσει προς την θεολογικήν τριαδολογίαν των Ανατολικών θεολόγων, ητις αρύεται τον στοχασμόν της εκ της Καινής Διαθήκης. Εις την μονοθεϊστικήν ταύτην τάσιν υπάγεται και η αίρεσις του Filiοque, ως η προμηθεϊκή προσπάθεια υποκαταστάσεως της θείας υποστάσεως του Αγίου Πνεύματος διά του Παπο-κεντρισμού της Ρώμης. Οι Έλληνες θεολόγοι, σπανίως, έγραψαν πραγματείαν τινά περί του «ενός» Θεού. Όλα σχεδόν τα έργα των αναφέρονται εις τας τρεις θείας υποστάσεις: του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, -διά τον λόγον δε τούτου επερρίφθη, ενίοτε, εις αυτούς η μομφή του Τρι-θεϊσμον, την οποίαν, όμως, ηγνόουν ούτοι.

β) Ο Γρηγόριος απορρίπτει τα ακραία και μονομερή Φιλοσοφικά συστήματα του Θεϊσμού και του Πανθεϊσμού, διασώζων, συγχρόνως, τα ζωτικά ενδιαφέροντα αυτών, τα οποία ευρίσκουν απάντησιν εις τον χώρον της Χριστιανικής θείας Αποκαλύψεως. Θεός και κόσμος διακρίνονται, ή μάλλον «διαιρούνται» οντολογικώς -«η απόστασις ου διά τοπικής μεταβάσεως» (5:140)- και ταυτίζονται οντικώς: «το Θείον κατά το ίσον εν πάσίν εστι και διά πάσης, ωσαύτως, διήκει της κτίσεως, και ουδέν αν χωρισθέν του Όντος εν τω είναι μένοι, αλλ' ομοτίμως εκάστου των όντων η θεία Φύσις εφάπτεται, πάντα τη περιεκτική δυνάμει εντός εαυτής περιείργουσα» (5:138-9). Η θεολογία δεν μπορεί να παραιτηθεί της «οντολογικής διαφοράς» (Heidegger) Θεού και κόσμου, η απόρριψις της οποίας θα κατέστρεφε Θεόν και κόσμον, κοσμικοποιούσα τον Θεόν και θεοποιούσα τον κόσμον: «Ει Θεός, πάντως και άκτιστος· ει δε κτιστός, ου Θεός· ...ούτε το κτίσμα Θεός» (2:170). Η θεολογία ουδέποτε δύναται να απορρίψει το είδος τούτο του Θεϊσμού, άλλως δε θα κατέστρεφε την «ουσίαν» της Χριστιανικής Αποκαλύψεως.

Συγχρόνως, όμως, η Χριστιανική θεολογία, υιοθετούσα το υγιές αίτημα του Πανθεϊσμού, απορρίπτει τον Theismus ή Supra-Naturalismus εκείνον, όστις θέλει τον Θεόν εκτός του κόσμου, ενεργούντα ως εν «δεύτερον» Αίτιον, όπισθεν των κοσμικών Όντων και των Ανθρώπων. Το είδος τούτο του Θεϊσμού κατανοεί τον Θεόν ως το ύψιστον μεν μεταξύ των όντων, αλλ' ως «όμοιον» προς αυτά, και ουχί ως «ανόμοιον». Ο Θεός, όμως, δεν είναι ον, όπως τα λοιπά, αλλά το «εξ ου» και «δι' ου» και «εν ω» και «προς ον»· «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πρξ. 17, 28· Ρωμ.11, 36 κ.ά.). Οι θεολόγοι, κάμνοντες υπέρβασιν τον Dualismus θείας και ανθρωπίνης δυνάμεως, παριστούν τον κατά Θεόν ζώντα και ενεργούντα Άνθρωπον, ως πυρακτωμένον σίδηρον, σίδηρον δηλ. μη εξιστάμενον των «όρων» της εαυτού φύσεως και, συγχρόνως, φλεγόμενον υπο της θείας Χάριτος, ήτοι ως μίαν ένωσιν (και ουχί σύγχυσιν) διακρινομένων και άμα ταυτιζομένων, διαφορετικών, φύσεων.

Την ασύγχυτον και αχώριστον ταύτην ένωσιν και διαίρεσιν Θείου και Ανθρωπίνου δεν επινοεί φιλοσοφικώς ο Γρηγόριος, αλλά παραλαμβάνει εκ της θείας Αποκαλύψεως, καταμηνυούσης «το θαύμα του Μυστηρίου, ότι Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (2:120). Διά της υπό του Θεού προσλήψεως «του Ανθρωπίνου» και «της προς το άπειρόν τε και αόριστον του Αγαθού ανακράσεως» συνέβη, ό,τι και με τον πυρακτωθέντα σίδηρον: «ουκέτι έμεινεν εν τοις οικείοις μέτροις και ιδιώμασι» το Ανθρώπινον, «αλλά... συνεπήρθη», και έχομεν, πλέον, ουχί «δύο»: «δύο Χριστούς», αλλ' «ένα» Θε-Ανθρωπον, τιμώντες ουχί τον «επέκεινα» του κόσμον ενοικούντα Θεόν του φιλοσοφικού Θεϊσμού, αλλά «τον διά του Σταυρού φανερωθέντα Θεόν» (2:118-133).

Αντιθέτως, η Αίρεσις δεν παραμένει εις την διαλεκτικήν ταύτην σχέσιν Θεϊσμού-Πανθεϊσμού, όπως κατανοεί ταύτην η θεία Αποκάλυψις, αλλά, στοχαζομένη λογικώς και φιλοσοφικώς, κινείται ή προς τον Θεϊσμόν (εξαίρουσα τον Θεόν εκ του κόσμου) ή προς τον Πανθεϊσμόν (ταυτίζουσα Αυτόν προς εκείνον).

Tωv θεολογικών τούτων αποκλίσεων έχει βαθείαν συνείδησιν ο Γρηγόριος. Ούτως απορρίπτει ούτος την αίρεσιν «των λεγομένων Υψιστιανών», αντιστοιχούσαν προς τον φιλοσοφικόν Deismus, οι οποίοι «ομολογούν τον Θεόν είναί τινα, ον ονομάζουσιν ύψιστον ή παντοκράτορα, Πατέρα δε αυτόν είναι μη παραδέχεσθαι» (2:37). Διά της «πονηράς» ταύτης διδασκαλίας αναγνωρίζεται μεν η ύπαρξις του Θεού, αχρηστεύεται όμως η παρουσία και η πρόνοια αυτού προς τον κόσμον. Ο Θεός καθίσταται, τρόπον τινά, «άεργος» και άνευ νοήματος διά τον κόσμον, ήτοι νεκρώνεται. Και προσθέτει ο Άγιος: «Ο τον Πατέρα μη παραδεχόμενος Χριστιανός ουκ έστιν, καν παντοκράτορά τινα πρεσβευη επί του δόγματος» (2:332).

-Ούτος απορρίπτει πάντα Πανθεϊσμόν, όστις «άγει εις ομοτιμίαν το κτιστόν και το άκτιστον» (2:108), ήτοι ταυτίζει και συγχέει Θεόν και κόσμον ή θεωρεί τον Θεόν ως την «ουσίαν» του κόσμου. Την Αίρεσιν ταύτην ανάγει ο Γρηγόριος εις τον Ελληνισμόν: «τω μεν κτιστόν αναπλάσσειν Θεόν της των Ελλήνων απάτης συνήγορος γίνεται» (1:231· 2:76· 286· 63-64), αγούσης εις «πολυθεΐας δεισιδαιμονίαν, την των φύσεων διαφοράν ου προσδεχομένης» (2:83), και εις «την αλλόκοτον ειδωλοποιΐαν», εν τη αποδοχή μιας «συμμίκτου φύσεως» (2:305). Ο Εκκλησιαστικός λόγος, όμως, «ουκ ενδέχεται μίξιν τινά των εναντίων και συμπλοκήν εννοήσαι του κτιστού προς το άκτιστον συνανακιρναμένων και δύο των εναντίων εις μίαν υπόστασιν συμμιγνυμένων» (2:104). Τας συνεπείας εκ των αιρέσεων του Πανθεϊσμού τονίζει ο Γρηγόριος με εκπληκτικήν θεολογικήν ακρίβειαν, λέγων: «Ουκούν, ει τα αυτά πρέπει οίεται περί τε της Γης και του Κυρίου λέγειν, ή και ταύτην πάντως θεοποιήσει ή και Εκείνον ταύτη συνατιμάσει» (2:283).

-Θα ενόμιζέ τις, ότι ο Άγιος Γρηγόριος ζει εν τω παρόντι· με τοιαύτην ακρίβειαν ομιλεί ούτος περί των συγχρόνων θεολογικών αιρέσεων! Ούτος γνωρίζει τας Αιρέσεις εκείνας, αίτινες προβάλλουν «τον εν σαρκί φανερωθέντα Θεόν», ως «ανθρωπόθεον», ήτοι ως ένα «χαρισματούχον» (Η. Zahrnt) ή ένα σπουδαίον ανθρωπιστήν, κήρυκα «ιδεών» αγάπης; δικαιοσύνης, ειρήνης κλπ. (3:214-215). Ενί λόγω: «αι τον Χριστόν ένθεον άνθρωπον λέγουσιν» (3:135). Επίσης γνωρίζει την θεολογίαν εκείνην, ήτις εκλαμβάνει την θείαν σάρκωσιν ως μεταβολήν του Θείου εις άνθρωπον, χαρακτηρίζων ταύτην, με σύγχρονον ορολογίαν, ως «εξανθρωπισμόν του Θείου» (2:58), καθώς και την θεολογίαν εκείνην, ήτις, αποδίδουσα τα πάθη του Ανθρωπίνου εις την θεότητα του Ιησού Χριστού, διεκήρυξεν, οτι «το πάσχον είναι η θεότης» και εισήγαγε «τον θάνατον του Θεού» (3:164 έξ.)· -προτεστάνται θεολόγοι, όπως Jünge1, Mοltmann κ.λπ., oμιλούν περί «σταυρώσεως» καί «θανάτου» του Θεού. Τους θεολόγους τούτους αποκαλεί ο Άγιος «εν σχήματι πίστεως απίστους» (3:171). Ούτος απορρίπτει πάσαν ταύτισιν ή σύγχυσιν Θεού και κόσμου: «παν το κτιστόν έξω της θείας φύσεως νοείν επαιδεύθημεν» (2:109), και τονίζει, με έμφασιν, ότι περί του Θεού «συνυπακούεται» πάντοτε το ρήμα «εστίν»: «ουκούν ίδιον θεότητος γνώρισμα το αληθώς είναι» (2:181· 251), και ουδέποτε το ρήμα «σημαίνει», το οποίον μεταβάλλει τον Θεόν εις σύμβολον και μυθικήν οντότητα.

Τέλος δε καλεί τους θεολογούντας εις θεολογικήν συνέπειαν καί εμβάθυνσιν «του συνημμένου άμα και διακεκριμένου... της ευσεβείας μυστηρίου» (2:317), αφού «άλλο θεολογίας εστί μυστήριον και άλλη των ρευστών σωμάτων φυσιολογία. Πολλώ τω μέσω απ' αλλήλων ταύτα διατετείχισται. Τι συνάπτεις διά του λόγου τα άμικτα;... Μη εκ των κάτω φυσιολόγει τα άνω», ούτε «εκ των ανθρωπίνων», ούτε και να κρίνεις «προς τα ημέτερα το Θείον» (2:60· 73)! Προσεπάθησα να παρουσιάσω ελαχίστας τινάς πτυχάς εκ των βαθυστοχάστων ιδεών του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης περί το θέμα: Ορθώς και Αιρετικώς θεολογείν, πιστεύω δε, ότι εκείνος, όστις θα κατώρθωνε να διεισδύσει εις το πολύπλευρον έργον του Αγίου και να κατανοήσει τον πλούτον των θεολογικών αυτού πτυχών και όψεων, θα εγίνετο τέλειος θεολόγος, ακόμη και άνευ της μελέτης ετέρου τινός!

Προηγούμενη Σελίδα