image with the sign of Myriobiblos



Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Μουσείο | Έρευνα | Μαθήματα

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


Εκκλησιαστική Ιστορία
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ





"ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ"


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών


Περιεχόμενα


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

Ι. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΡΩΤΗ 1924-1934: Δεκαετία ιδεολογικής διαμάχης και αντιεκκλησιαστικής δραστηριότητος

Φάσις Δευτέρα: 1927-1934

5. Γενική επισκόπησις της κατά το έτος 1934 καταστάσεως ως προς το παλαιοημερολογιτικόν.


Η κατάστασις του παλαιοημερολογιτικού εν έτει 1934 ενεφανίζετο λίαν σοβαρά. Ικανόν μέτρον του σοβούντος κινδύνου παρέχουσιν αι κατά την εποχήν ταύτην αναπτυχθείσαι παράνομοι και αντικανονικαί των παλαιοημερολογιτών δραστηριότητες. Ούτω, λόγω ενσκήψεως παλαιοημερολογιτικών στοιχείων εν τη Ι. Μητροπόλει Νευροκοπίου, συμμαχησάντων μετά των αυτόθι βουλγαροφώνων, ο οικείος Ιεράρχης εδήλωσε κατά την συνεδρίαν της ΔΙΣ της 22-11-1934 ότι «η Επαρχία αυτού αυτοδιαλύεται, μη απομεινάντων, ει μη περί τας 2.000 προσφύγων πιστών της επικρατούσης Εκκλησίας εν αυτή»(359) και εζήτησε την κατάργησιν αυτής. Έτερος Ιεράρχης, ο Καρυστίας Παντελεήμων, ηπείλησε παραίτησιν, εάν δεν ανεχαιτίζετο το κύμα του παλαιοημερολογιτισμού. Ιερείς τινες, δι' αιτήσεων αυτών υποβαλλομένων προς την Ι. Σύνοδον, εδήλουν ότι προσχωρούσι εις τον παλαιοημερολογιτισμόν και παύουσι ν' αναγνωρίζωσι ταύτην ως ανωτάτην αρχήν της Εκκλησίας(360).Έτερος Ιεράρχης διεμαρτύρετο διά την αυθαίρετον υπό παλαιοημερολογίτου ιερέως τέλεσιν γάμων, άνευ αδείας αυτού εν τη Επαρχία του και εδήλου ότι «εάν δεν ληφθή σχετική μέριμνα θα αναγκασθή να επαναφέρη το παλαιόν ημερολόγιον εν τη Επαρχία αυτού προς καθησύχασιν των συνειδήσεων των χριστιανών»(361).

Ιδού πώς περιέγραφεν εν τη συνεδρία της ΔΙΣ της 16-2-1935 την κατάστασιν ο Μακ. Χρυσόστομος : «Η σοβαρότης του ζητήματος έγκειται εν τούτω ότι δεν είναι εξωτερικόν, αλλ' υφίσταται και σοβεί εντός των κόλπων της Εκκλησίας με τον κίνδυνον του διχασμού και της αναστατώσεως της Εκκλησίας.και του πληρώματος αυτής, τουτέστιν ολοκλήρου του Ελληνικού Έθνους. Το ζήτημα τούτο είναι ανταρσία κατά του κανονικού και νομίμου καθεστώτος της Εκκλησίας. Οι παλαιοημερολογίται δρώσι και κινούνται ελευθέρως εντός των κόλπων της Εκκλησίας. Οσημέραι δημιουργούν πυρήνας εις διαφόρους πόλεις. Η κοινότης των διορίζει εφημερίους σφετεριζομένους εκκλησιαστικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η κατάστασις αύτη δεν δύναται ούτε πρέπει να παραταθή επί πλέον άνευ σοβαράς βλάβης των συμφερόντων της Εκκλησίας και της ενότητος του Έθνους»(362).

Ετέρωθεν και η Πολιτεία διά πλαγίας κινήσεως ή εν πλάνη ίσως διατελούσα και εν τή επιθυμία όπως ίδη το πρόβλημα οπωσδήποτε επιλυόμενον, επεδίωξε να εμφανίση τότε ως επελθούσαν την από μακρού κυοφορουμένην συμφωνίαν περί λειτουργικής εξυπηρετήσεως των παλαιοημερολογιτών υπό κανονικών ιερέων της Εκκλησίας, γεγονός όπερ προυκάλεσε την σφοδράν αντίδρασιν της Ι. Συνόδου, του Μακαριωτάτου δηλώσαντος απεριφράστως «ότι ουδεμία συμφωνία υφίσταται, κατόπιν μάλιστα της αρνήσεως των παλ/τών να δεχθώσι τους όρους» ους η Εκκλησία είχε θέσει(363) Ήδη η Εκκλησία ευρισκομένη αφ' ενός μεν προ της πολιτειακής αβελτηρίας, αφ' ετέρου δε προ του κινδύνου δημιουργίας εν καιρώ «νεοημερολογιακής μειονότητος», εις ην περίπτωσιν θα αντιμετωπίζετο τυχόν επάνοδος είς το παλαιόν ημερολόγιον, εκαλείτο να αντιμετωπίση μόνη την κατάστασιν, ήτις εξελίσσετο ασφαλώς εις δημιουργίαν επικινδύνου ρήγματος. Κατά την επί Συνόδου γενομένην τη 16-2-1935 ευρυτάτην σχετικήν συζήτησιν; υπεστηρίχθησαν ποικίλαι απόψεις, κυμαινόμεναι από της ατέγκτου και απαρεγκλίτου εμμονής της Εκκλησίας εις τα άπαξ ευ τε και καλώς υπ' αυτής αρχήθεν επί του ζητήματος αποφασισθέντα, και διά της δικαστικής οδού διαλύσεως των παλαιοημερολογιτικών Συλλόγων, μέχρι της επαναφοράς του παλαιού ημερολογίου διά την Πολιτείαν, «οπότε και η Εκκλησία θα σκεφθή περί του πρακτέου»(364). Η ληφθείσα απόφασις ηρνείτο την ύπαρξιν οιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας περί θρησκευτικής εξυπηρετήσεως των παλαιοημερολογιτών υπό κανονικών ιερέων της Εκκλησίας, και εκάλει την Κυβέρνησιν να εφαρμόση τους νόμους του Κράτους. Τούτο εσήμαινεν, oτι η Εκκλησία εξήρτα την λύσιν του προβλήματος εκ της Πολιτείας, εις τας διαθέσεις εν τούτοις της οποίας ουδεμίαν έτρεφεν εμπιστοσύνην(365) και εις την βοήθειαν της οποίας παρά ταύτα προσέτρεχε.





Σημειώσεις

359. ΚώΔΙΣ 1933-1935 σ. 404.

360. ΚώΔΙΣ, 1933-1935 σ. 403-404.

361. ΚώΔΙΣ, 1933-1935 σ. 426-427. Πρβλ. και Υπόμνημα των Μητροπολιτών Ύδρας Προκοπίου, Σάμου Ειρηναίου και Ακαρνανίας Ιεροθέου προς την Ι. Σύνοδον ένθα υπεστηρίζετο ότι «έφθασεν η Πολιτεία να διαδηλοί τοιαύτην περιποίησιν και θωπείαν εις τους οπαδούς του παλ. ημερολογίου, ώστε να εκδιώκη χριστιανούς αποτελούντας το ήμισυ του πληθυσμού και πειθαρχούντας εις την Εκκλησίαν και τους εκκλ. νόμους από ναού ενός, όντος εντός ενός χωρίου και εγκαθιστά εν αυτώ τους παλ/τας, ως συνέβη τούτο εις Πύργον της νήσου Σάμου, εις Μοναστηράκιον της Επαρχίας Ακαρνανίας, εις Καρυστίαν, εις Σπάρτην και αλλαχού, παρά τας διαμαρτυρίας των οικείων Μητροπολιτών», («Εκκλησία» 1935 σ. 171).

362. ΚωΔΙΣ 1933-1935 σ. 564 Πρβλ. και Α.Πανώτη, εν: ΘΗΕ τ. Α' σ. 819-820. Προς προστασίαν των κατά τόπους Σεβ. Ιεραρχών και του ποιμνίου από των καθηρημένων κληρικών παλαιοημερολογιτών των αποστελλομένων εκ του κέντρου προς άγραν οπαδών ανά τας επαρχίας και προς άσκησιν ιερατικών καθηκόντων, επί αποκρύψει της ιδιότητος αυτών ως καθηρημένων, η Ι. Σύνοδος εκοινοποίησε διά της υπ' αριθμ. 876/21-3-1935 συνοδικής Εγκυκλίου πάσι τοις Ιεράρχαις κατάλογον των από του 1927--1934 καθαιρεθέντων υπό των Συνοδικών Δικαστηρίων κληρικών. (Βλ. Αι Συνοδικαί Εγκύκλιοι, τόμος Β' σ. 59-60). Σημειωτέον ότι και μετά το 1934 συνεχίσθησαν καθαιρέσεις κληρικών «επί παλαιοημερολογιτισμώ».

363. ΚώΔΙΣ 1933-1935 σ. 565 Βλ. και ανωτ. σ. 222 επ.

364. ΚώΔΙΣ, 1933-1935 σ. 566, 569.

365. Δεν ηγνόει η Ι. Σύνοδος την πολιτικήν όψιν του όλου ζητήματος ως και την οίαν τούτο υφίστατο ψηφοθηρικήν εκμετάλλευσιν εκ μέρους μερίδας πολιτευομένων, ου μην αλλά και Κυβερνήσεων, γεγονός διά το οποίον κατ' επανάληψιν εξέφρασεν αύτη την πικρίαν αυτής.


Περιεχόμενα